Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

28 Οκτωβρίου 2011

O συγχωριανός μου ο Βασίλης Λούλης... από την Κούμη...

Αυτό το κείμενο το βρήκα στο δίκτυο από μια πολύ σπουδαία ιστοσελίδα που ανακάλυψα...



http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/loulhs_telos.htm



Είχα πάει στα εγκαίνεια του βιβλιοπολείου του ΦΑΡΦΟΥΛΑ και εκεί ο ιδιοκτήτης, ο φίλος Διαμαντής μου έδωκε ένα τεύχος του περιοδικού ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ που είχε αφιέρωμα στον Κουμιότη ΒΑΣΙΛΗ ΛΟΥΛΗ.
Με τον συγγραφέα αυτό μας δένει ένα αόρατο νήμα... Λατρεύουμαι την Κύμη μισούμαι την αποκοτιά τους... Τες πάντων...

Το κείμενο αυτό το αφιερώνω στην μνήμη της γυναίκας του ΑΜΠΑΤΙΕΛΟΥ.... αυτής που έδωκε σφαλιάρα στην Φρειδερίκη στην Ιγκλατέρα.
Το αφιερώνω στην μνήμη του Πυθαρούλη, που ενώ δεν τον ήξερα γνώρισσα όμως την σύντροφό του για μια φορά ... και ήταν αρκετή...
Στον άγνωστο ναύτη που γνώρισσα το 1982 στο Ιπποκράτειο που ενώ χαροπάλευε δίπλα από τον πατέρα μου.... μου εξιστορούσε τους αγώνες της ΟΙΕΝΟ....
Το αφιερώνω στους χιλιάδες άγνωστους ήρωες της ΟΙΕΝΟ με τα σοβιέτ της πλώρης... στα χιλιάδες λασκαρεμένα μυαλά εξ αιτίας του φόβου της τορπίλας...
Το αφιερώνω στους Κουμιώτες που πάλεψαν στα καράβια, και πήγαν στο "παραπέτασμα" στους εκατοντάδες ναυτικούς που πέθαναν ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, με την ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ματιά, χωρίς χαρτιά στις Αργεντίνες, στα Κάρντιφ, στην Αμέρικα.... και ανάμεσά τους ο θείος που έστελνε κομμουνιστικές εφημερίδες τυλιγμένες μέσα στα ρούχα μετά την κατοχή... όπως μου έλεγε ο συντηριτικός πατέρας μου....

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΦΕΥΓΟΥΝ ΜΕ ΟΝΕΙΡΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΥΡΙΟ...




Πρόκειται για το πρώτο διήγημα του συγγραφέα, που το έστειλε το 1947 στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» με το ταχυδρομείο, όντας άγνωστος.
Το χαρακτικό είναι της Βάσως Κατράκη. Ευχαριστώ τον Γιάννη Π. για την πληκτρολόγηση.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΟΥΛΗΣ

ΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΖΩΗΣ

… Είπα… είπα… είπα…
Αν απ’ όλους τους ναυτεργάτες που δουλέψανε στον πόλεμο τα καταφέρνανε λιγοστοί, παίζοντας τη ζωή τους κορώνα γράμματα, τέσσερα χρόνια, να ψευτονοικοκυρευτούνε, με κάνα καϊκάκι ή μαγαζάκι, πόσ’ είναι κείνοι που βρήκαν το θάνατο στα νερά του Ντόβερ, του Μπρίστολ Τσάνελ, του κόρφο Λέων;
Τους είπα για κείνους που ’μειναν μισότρελοι ως τα σήμερα ’πό την αντάρα της τορπίλας την αναπάντεχη, ’πό το ξαφνικό πέσιμο στη θάλασσα την παλλόμενη.
Τους θύμισα τα περίπολα που γύριζαν τα βράδια στις ταβέρνες του Κάρδιφ, του Νιούπορτ και Σιλς κι όποιος Γραικός, Σπανιόλος δεν ήθελε να μπαρκάρει μονοβραδιά με τον καρβουνά[1] που πήγαινε για τη Χάβρη, για το Μπορντώ, για τη Γένοβα, έφευγε την ίδια ώρα με το τρένο για τα σκοτσέζικα βουνά να κόβει ξύλα.
Τους μίλησα για κείνους τους άλλους τους πολλούς, γι’ αυτούς που σέρνουν την άθλιά τους ύπαρξη ως τα τώρα στους ντόκους, στα μουράγια…
Γι’ αυτούς που το καταραμένο μάλαμα, που πέρασ’ απ’ τα χέρια τους, τους άφησε για μόνη κληρονομιά το πάθος του πιοτού.
Πίνανε πολύ τότες.
Πίναν στο πέλαγο για ξεχάσουν· να κοιμίσουν το φόβο που τους έδερνε.
Πίναν στα λιμάνια για να πανηγυρίσουνε το γλιτωμό.
Απόψε στα ήσυχα, στα σίγουρα και ζεστά… αύριο ποιος ξέρει…
- Σούζη, Πωλέτ, Μαρία, βάλτε να πιούμε, μ’ άδεια ποτήρια θα χαζεύουμε; Βάλτε να πιούμε, βάλτε, τσίριοπ, εβίβα, α σαντέ…
Και πίνανε ολοένα, πίνανε κάσες το τζιν και τ’ ουίσκι στο βαπόρι, στο πέλαγο, βαρέλια η μπίρα στο λιμάνι.
Λόγια σταράτα, καθαρά.
Τους μίλησα για χαροκαμένες μάνες, για παιδάκια με μαύρες ποδιές, για δεκανίκια, στραπατσαρισμένα μούτρα, για μάτια δίχως φως.
Μάλλιασ’ η γλώσσα μου, μα πού ν’ ακούσουνε.
… Εδώ, γιε μου, θ’ ανοίξει τις κάσες της η Ινγκλιτέρα και θα τρέξει το φλουρί ποτάμι. Καβαλάρηδες[2] λαμπεροί, κουδουνιστοί, που δε θα τους χωρά η χούφτα σου και θ’ απλώνεις τη σκούφια σου να τους ρίξει ο καπετάνιος σαν θα τελειώνει με το καλό ταξίδι. Θα τραγουδάνε γκλιν, γκλιν, γκλιν όπως θα τους μετράει έναν έναν και που θα τους βλέπεις και θα τους ακούς, θα τα ξεχνάς όλα, τορπίλες και φόβους και τρομάρες…
Αμή ’πό φαΐ, ’πό φαΐ, κει θα ’ναι για να ’ναι κοτόπουλο και διάνο μωρέ, μεσημέρι, βράδυ κοτόπουλο, κοτόπουλο κάθε μέρα και σβίγγοι[3] και ρυζόγαλα και λουκουμάδες.
Τι μου λες να μιλήσω, να φωνάξω για φαΐ τώρα;
Χέρι που δε μπορείς να το δαγκάσεις να το φιλάς, ρε… Τότε μάλιστα, θ’ ακουστεί και μένα ο λόγος μου…
Δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο, τον πνίγει τ’ όραμα. Λάμπουνε τα τσιμπλιάρικα μάτια, τρέμουν τα σαγόνια, τρέχουνε τα σάλια… Ε ρε και να ’τανε τούτη δα η ώρα.
- Μίλα ντε, ρε! λέει ο Διαμαντής. Βουβάθηκες τώρα; ’Γώ να ζήσω, μωρέ, και δε πα να γίνει ο κόσμος όλος στάχτη! Ποιος μωρέ, με συλλογιέται μένα τώρα που πεθαίνω δις την ώρα;
Τώρα παίρνει το λόγο ο Παναγής:
- Μένα μου φτάνει μόνο να συλλογιέμαι τ’ άλλο, που θα με παρακαλάνε να μπαρκάρω.
Ακούς, λέει, να ’ρχεται ο καπετάνιος, να σε βρίσκει στον καφενέ και να σου λέει: «Έλα, Παναγή, με το βαπόρι μου και θα περάσουμε καλά, θα δεις τι καλά που θα περάσουμε.» Ε, ρε Χριστέ, μεγαλεία…
Εφτά μήνες πέρσι ξέμπαρκος στον Περαία, της μάνας μου το γάλα βλαστήμησα. ’Πό γραφείο σε γραφείο ’πό μεσίτη σε μεσίτη, ’πό γαλονά σε κομματάρχη. Κι από την πρώτη μέρα να σου λένε όλοι τους καλά κι εντάξει, μείνε ήσυχος, και περνούν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες, τρυπάει το παντελόνι, σ’ αφήνουν γεια τα παπούτσια, και να μην έχεις δεκάρα για καφέ, μα ούτε για νερό το καλοκαίρι…
Να γίνει πόλεμος, να γίνει…
Να κάθουμαι στον καφενέ στην Τρούμπα και να ’ρτει όχι μόνο ο καπετάνιος, μα κι ο κύριος Λάκης κι ο κύριος Μίμης του γραφείου, αυτά τ’ αχόρταγα σιχαμερά σκουλήκια και να μου πουν:
- Πήγαινε, Παναγή, με το βαπόρι μας και το γραφείο μας δε ’ναι σήμερα μονάχα, και για γραβάτες και κάλτσες και πουκάμισα και πούρα, τσιμουδιά, μόκο… Να ’ρτει τ’ αφεντικό το ίδιο και ’γώ να ξαπλώσω την αρίδα μου σε τρεις καρέκλες και ν’ αποκριθώ: «Να σε κεράσω καφεδάκι, αφεντικό ή γουστάρεις τίποτ’ άλλο; Για μπάρκο τι να σου πω, με ζητάν σε τρία τέσσερα βαπόρια.»
Να το δω με τα μάτια μου, να τη ζήσω μια τέτοια μέρα, κι ύστερα στάχτη και κουρνιαχτό… στο διάολο όλα…
Οι άλλοι, που άκουγαν σιωπηλά ως τα τώρα ξέσπασαν σε γέλια. Γεια σου, Παναγή, μπράβο, Παναγή… Νταγκ νταγκ, νταγκ νταγκ.
Σκάντζα βάρδια[4].
Τιμόνι έχω δέκα – δώδεκα, κι αφού πήρα βόλτα την κουβέρτα, κάθομαι σε μια γωνιά μονάχος.
Γαλήνια η θάλασσα, καθάριος ο ουρανός με τ’ άστρα του και το φεγγάρι.
… Έτσι ’ναι… Κάποιο ήσυχο βράδυ σαν κι αυτό θα μας δώσει ο ασύρματος το χαρμόσυνο άγγελμα. Θα γίνει πόλεμος… Είναι τόσοι Διαμαντήδες πάνω στον κόσμο τούτο…
- Σας θέλ’ ο καπετάνιος, να πάτε στο σαλόνι, παιδιά, φωνάζ’ ο καμαρότος ’πό την πόρτα και φεύγει τρεχάτος. Είναι στις φούριες του.
Τα ξέρομε, τα μάθαμε τα νέα…
Μπαίνομε ένας ένας στο σαλόνι και βγάζομε τις σκούφιες μας, είν’ εκεί κι οι γραμματικοί κι οι μηχανικοί, δε λείπει κανένας, κι ο καπετάν Πιτζάμας στρογγυλοκάθισε στη γυριστή πολυθρόνα του, με τα δυο μεγάλα δάχτυλα φερμαρισμένα στις μασχάλες του γιλέκου και τα οχτώ χτυπάνε ταμπουρά στα στήθια. Δεξιά του οι γραμματικοί, αριστερά του οι μαστόροι και μεις ολόρθοι γύρα τους με τις λερωμένες ’πό μπογιές και κάρβουνα σκούφιες μας στο χέρι.
- Καλώς τους, καλώς τους, μέλι στάζ’ η γλώσσα του ’πόψε, ύστερα προστάζει μεγαλόπρεπα:
- Σπανέ, κέρασέ μας.
- Σας κάλεσα, γιατί έχω να σας αναγγείλω μια ευχάριστη είδηση, μια πολύ ευχάριστη είδηση.
Λέει ένα σωρό λόγια, πολλά λόγια…
- Τώρα που πιαστήκανε οι μεγάλοι, μεις οι μικροί ένα πράμα μόνο να κοιτάξουμε, πώς να τους πάρουμε πιο πολύ χρήμα, η ευκαιρία να μην πα χαμένη σαν την άλλη φορά, να βάλουμε μυαλό να σφίξουμε τα χέρια μας, να δούμε και μεις οι φτωχοί Θεού πρόσωπο. ’Πό τ’ άλλα ας βγάλουνε σβέρκο συναμετάξυ τους οι μεγάλοι, μάς να μην πειράξουνε, να μας αφήσουν να κοιτάξουμε τη δουλειά μας…
Λέει ακόμα, λέει, σαν πατέρας μάς ορμηνεύει τόση ώρα. Διπλός μιστός απ’ αύριο, δηλαδή μας εξηγεί εκατό τα εκατό αύξηση κι ακόμα θα δουλέψουμε μεις στη φόρτωση μια λίρα έξτρα την ημέρα.
Λεφτά, λεφτά, θα γεμίσει και μας η τσέπη μας τούτη τη φορά.
- Καλά κέρδη! φωνάζ’ ο Διαμαντής.
- Βοήθειά μας ο Άγιος Νικόλας! λέει ο πρώτος με κατάνυξη.
- Κι η χάρη του ο Άγιος, μουρμουρίζει ο λοστρόμος.
Σηκώνουν όλοι τα ποτήρια τους και ’γώ θέλω να φωνάξω:
- Αδέρφια, σταθείτε! Σκεφτείτε μια στιγμή λοιπόν!
Μα σύγκαιρα μια μυστική φωνή μου ψιθυρίζει:
- Πρόσεχε, πρόσεχε, κάθε σου λέξη πρόσεχε, δε ’ναι καιρός για λόγια τώρα.
Κάτι στάθηκε στο λαρύγγι μου και το ’φραξε, στα μάτια μου μπροστά ένα θάμπος σαν σε πούσι, κι ο καπετάνιος κατάλαβε, με κοιτάζει, ξέρει, είναι τόσοι σμπίροι[5] μπροστά στην πλώρη.
Σηκώνω το ποτήρι μου και ’γώ και τ’ αδειάζω μονορούφι. Μολάει Σκότς κι όχι βαφτισμένο, όπως κάθε Χριστούγεννα και Λαμπρή, αγνό πράμα που το πίνεις και πετάγονται τα μάτια σου όξω.
Χαμογελάω, χτυπάω τη γλώσσα μου, πράμα του κερατά.
Χαμογελά κι ο καπετάν Πιτζάμας τώρα και τα ματάκια του μου λένε:
- Έτσι μπράβο ντε, μη μου κάνεις το ζόρικο, γιατί σε λιώνω στη στιγμή· σαν σκουλήκι σε λιώνω…
- Ρε Σπανούλιακα, βάλε μας κι άλλο, μωρέ…
Όμως… Του λόγου του ήταν ’δώ και τέσσερις μήνες, στο περασμένο ταξίδι, π’ έλεγε στους θερμαστές πως δεν έκοψε το πιοτό, ένα τόσο δα ποτηράκι κάθε βάρδια στις ζέστες, κι αυτό μισό και μισό, για λόγους οικονομίας, αλλ’ επιδιώκει την κατάργηση του ολεθρίου εθίμου.
Βγαίνανε ’πό το στόκολο[6] τότες βρεμένοι σαν να ’χαν πέσει στη θάλασσα, έτσι με τη φανέλα και το σώβρακο, μα ’ταν ίδρωτας κείνος.
Μόλις πατούσαν στην κουβέρτα[7], ξάπλωναν, πέφτανε κατάχαμα και κοίταζαν τον καπνό της καμινάδας π’ ανέβαινε ίσος τον ανήφορο σαν λαμπάδα. Ούτε να βρίσουνε πια δεν είχανε κουράγιο. Μόνο στα μάτια τους π’ άσπριζαν παράξενα, όπως ήταν τα μούτρα τους κατάμαυρα, έλαμπε κάτι ακόμα σαν βλαστήμια, σαν κατάρα. Τέσσερις μέρες έκανε να φυσήξει, τέσσερα μερόνυχτα το θερμόμετρο κάτω στη μηχανή στάθηκε στα εκατόν σαράντα[8].
Κι ήταν το κάρβουνο χώμα και τα τούμπα φραγμένα και κατσέλο[9] η μηχανή να σπάσει, προκάναμε δεν προκάναμε.
Φτυάρι, λοστό, ρασκέτα[10], και τα μάτια στο γράδο[11], ακόμα ν’ ανέβει. Και ξανά ρασκέτα, λοστό, φτυάρι και πάλι φτου, λοστό, ρασκέτα.
Τότες ο καβγάς ήταν για ’να ποτηράκι, σύμφωνα με τη συνήθεια. Μα σήμερα, τέτοια μέρα…
- Βάλε κι άλλο, ρε Σπανέ, φέρε την κάσα μαζωμένη να την πιούμε:
- Γεια μας, παιδιά μου, γεια μας…
- Ζήτω ο πόλεμος, ζήτωωωωω…

Έρημη η πλώρη ’πόψε, μονάχος σουλατσάρω στην πλωριά χαβούζα. Μια παρέα κορίτσια περνά ’π’ έξω, κοντά στο βαπόρι. Είν’ όλες μεθυσμένες και τραγουδάνε: Ιτς ι λόγκουε το Τιπερέρι…
Το παλιό τραγούδι των περασμένων, ’δώ και είκοσι πέντε χρόνια, μα δε γίνεται, αύριο μεθαύριο θα βγει κανένα καινούργιο. Τόσος ενθουσιασμός δεν μπορεί να πάει χαμένος, κάποιον θα εμπνεύσει.
Ανέβηκαν πάνω και πιάσανε κουβέντα με το γραμματικό και με το μάγειρα κάτω ’πό τη γέφυρα, αυτές ούτ’ απόψε δε βγήκανε έξω, μα φαίνεται πως είναι πολλές γιατί μια κατεβαίνει τα σκαλιά της χαβούζας κι έρχεται κατά την πλώρη. Είναι τύφλα, αλλού πατά κι αλλού βρίσκεται. Σαν δεν πέσει, λέω ’γώ, να φάει τα μούτρα της…
Ζυγώνει, αδιάβροχο καουτσούκ, καπέλο, υποδήματα το ίδιο, λες κι είν’ έτοιμη να βγει στη γέφυρα για βάρδια.
- Καλησπέρα μπόι…
- Πήγαινε, άσε με μόνο…
Στέκεται και με κοιτάζ’ αμίλητη, λες και της έφυγε όλο το μεθύσι στη στιγμή.
Διαολίζομαι.
- Πήγαινε στ’ ανάθεμα λοιπόν! και τραβώ να μπω στην πλώρη.
Στο σκοτεινό διάδρομο ένα χέρι ακουμπά στον ώμο μου, και μια φωνή.
- Κάμαραντ…
Ε;;; Γυρίζω και την τραβώ μέσα στην πλώρη στο φως με λαχτάρα. Ακολουθεί με σταθερό βήμα.
Έν’ αγνό και σοβαρό πρόσωπο και δυο μάτια που με κοιτάζουν μ’ εμπιστοσύνη.
Χέρια δουλεμένα, όχι βαμμένα νύχια, δε ’ναι μεθυσμένη, δε ’ναι.
- Λοιπόν;…
Αυτό ήταν όλο, τίποτ’ άλλο δεν μπόρεσα να πω.
Έριξε τη ματιά της ολόγυρα στην πλώρη κι ύστερα έσκυψε κι έβγαλε ’πό τα υποδήματα ένα μάτσο χαρτιά. Τ’ άρπαξα.
«Συνάδελφοι, Έλληνες ναυτεργάτες, μη δουλέψετε στη φόρτωση, δε σας ζητούμε τίποτ’ άλλο…»
Πέταξ’ η λαχτάρα.
«Συνάδελφοι, Έλληνες ναυτεργάτες…». Διαμαντή, Γεράσιμε, Λινάρδο…
- Πού μπορώ να σε δω αύριο το βράδυ, είν’ ανάγκη να με πας σ’ αυτούς που σ’ έστειλαν, πες μου πού θα σε βρω, την ξέρω την πόλη, έχω ξανάρθει.
Σκοτείνιασε το φωτεινό της βλέμμα, φοβάται, υποψιάζεται, στέκεται και με κοιτάζ’ αμίλητη, μετανοιωμένη.
Βιαστικά, νευρικά, ανοίγω τη βαλίτσα μου και βγάζω και ’γώ τώρα κάτι χαρτάκια. Ήταν το βιος μου ως τα χτες, μα σήμερα μου φαίνονται παλιόχαρτα για γέλια.
- Πλατεία Βικτωρίας, εφτά η ώρα, πίσω ’πό τ’ άγαλμα, καληνύχτα!
Μου ’δωσε το χέρι και μόλις βγήκε στη χαβούζα άρχισε το τραγούδι και τα παραπατήματα.
Πίσω της βγαίνω και ’γώ και κάθομαι πάνω στις μπουκαπόρτες τ’ αμπαριού.
Περνούν πάλι μπροστά μου τα κορίτσια φεύγοντας. Ου, ου, ου, καληνύχτα…
Καληνύχτα, καληνύχτα, λέω μέσα μου, στο καλό, παιδιά μου, στο καλό.
Κάθομαι πολλή ώρα, έτσι δα, χωρίς να συλλογιέμαι τίποτα. Μόνο κάπου κάπου ένα χτύπημα, σαν ’πό ματσόλα[12], μου ’ρχεται γκουπ κατακέφαλα.
Εφτά η ώρα, πλατεία Βικτωρίας…
Περνά κάμποσο και πάλι η ματσόλα γκαπ, Βικτώρια σκούερ σίβεν κλοκ…

Ψιλή βροχή, πούσι, πότε πυκνό πηχτό, που δε σ’ αφήνει ν’ ανασάνεις, πότε ανάριο διάφανο, π’ αφήνει να φαίνεται κάτι σαν ουρανός, μια υπόνοια ήλιου. Περίπολα στον ντόκο[13], λίγοι εργάτες στο βαπόρι.
Μεις, ναύτες και θερμαστές και καρβουνιάρηδες, δεκαοχτώ νομάτοι όλοι, δουλεύουμε σ’ ένα αμπάρι και σ’ άλλο ένα δουλεύουνε απεργοσπάστες.
Η πόστα αργεί πολύ κι ο Διαμαντής είν’ όλο χαρά γι’ αυτό, λογαριάζει να κλείσουμε το μήνα στη φόρτωση όπως πάμε. Ένα σωρό λίρες, έπρεπε να δουλεύουμε ένα χρόνο για τριάντα λίρες, και τι καλή αρχή που κάνομε, ένα μήνα γράφομε στα… τα υποβρύχιά τους.
Μεγαλείο… μεγαλείο…
«Συνάδελφοι, Έλληνες ναυτεργάτες, μη δουλέψετε στη φόρτωση…»
Χαρτιά… χαρτιά… λόγια… λόγια… Σχολάσαμε.
Όπως μου ’πε, κάθεται και περιμένει. Πασκίζω να πάρω το πρεπούμενο για την περίσταση ύφος και ζυγώνω, κρεμιέται με χαρές μονομιάς πάνω μου και ξεκινάμε. ’Πό τη γωνιά ένας πολιτσμάνος μας κοιτάζει με χαμόγελο γενναιόδωρης συγκατάβασης. Αυτοί οι πλέντυ Γκρέκηδες, θα συλλογιέται, ’κόμα δεν άρχισε ο πόλεμος κι αρχίσαν τα δικά τους… Περνάμε ’πό γνώριμα σοκάκια.
Αυτό το Όσμπορν στριτ το θυμάμαι καλά, ’δώ και εξ χρόνια ξαναπέρασα μια νύχτα χειμωνιάτικη ύστερα ’πό το τάιμ πλιζ[14], με μια γυναίκα στο πλευρό μου.
Το θυμάμαι κι αναγουλιάζω και ντρέπομαι, λέω πως η κοπέλα τούτη, π’ έχω στο πλευρό μου τώρα, τα ξέρει αυτά και ντρέπομαι για τα τοτινά χάλια μου.
Ωστόσο τι έφταιγα;
Είχαμ’ έρτει ’πό σαράντα τρία μερόνυχτα ταξίδι.
Τέτοιο ταξίδι δε μου στάθηκε άλλο, ούτε να μου ξαναλάχει.
Με το που ξεμπουκάραμε ’πό το ποτάμι[15], μας περίλαβε ο σορόκος[16] κι ο λεβάντες[17] ’κεί κάτω στο Καπ Πολόνι και στα Σάντα Καταλίνα.
Κοντά μια βδομάδα η πλώρη πάνω στον καιρό τραβέρσο[18]. Ύστερα, σαν ψηλώσαμε λιγάκι, μας βάρεσε κατακέφαλα ο ήλιος των τροπικών ’πό το Κάβο Φρίο ως το Σαν Βίντσο. Άναβ’ η λαμαρίνα.
Μέρες γεμάτες βάσανο ’πό τη δουλειά και τη ζέστη και νύχτες μ’ οράματα, δίχως δροσιά, χωρίς ύπνο.
’Πό τη Μαδέρα και πάνω άρχισε πουνέντες[19], μαΐστρος[20] κι η κρύα τραμουντάνα[21].
Γκέιλ έδινε η Μαδέρα, γκέιλ η Λιμπόνα, γκέιλ κοπανούσανε είκοσι μερόνυχτα όλ’ οι σταθμοί, ώσπου φτάσαμε καμιά φορά σε τούτο το λιμάνι. Άσπρα τ’ άλμπουρα, άσπρη η καμινάδα, άσπρα και τα βλέφαρά μας ’πό τ’ αλάτια…
Κι έτσι κείνη τη βραδιά, ξαφνικά, σαν να ’ταν να μην τελείωνε ποτέ κείνο το κακό με τα κύματα τα μανιασμένα, περπατάς ξένοιαστος χωρίς να κρατιέσαι ’πό πουθενά, χωρίς να φοβάσαι μη σ’ αρπάξει κάνα κύμα.
Ήσυχος, στεγνός, ξένοιαστος…
Ήταν η πρώτη γυναίκα κείνη τη βραδιά που με κοίταξε χαμογελώντας…
Δεν περίμενα για πιο καλή, δεν μπορούσα να περιμένω, δεν είχα πιάσει τα τριάντα ’κόμα… Μόνο το πρωί που ξύπνησα ένιωσα τι θα πει αηδία σ’ όλο της το βάθος και το πλάτος.
Ως τα σήμερα που το θυμάμαι, αναγουλιάζω…
Μια μικρή κάμαρη μισοσκότεινη, με μόνο μόμπιλα δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι κι εξ εφτά άνθρωποι που με κοιτάζουν αυστηρά χωρίς να μιλούνε.
Κατεβάζω το κεφάλι. «Δουλέψαμε, μουρμουρίζω ντροπιασμένος, δουλέψαμε, δεν μπορεί να γίνει τίποτε ’π’ αυτή τη μεριά, τα λεφτά, τα λεφτά, οι λίρες σας…»
Ύστερα σηκώνω ψηλά το κεφάλι και φωνάζω:
- Πείτε μου τι μπορώ να κάνω, τι μπορεί να γίνει; Για όλα είμ’ έτοιμος.
Λόγια, πολλά λόγια…
Όχι ανθρώπινα θύματα… Αν μπορούσα να το σκαρώσω σε κάνα βράχο… μ’ ανθρώπινα θύματα όχι…
Λόγια, πολλά λόγια… Τι χρειάζονται τόσα λόγια σήμερα; Δυναμίτες χρειάζονται, δυναμίτες.
Γυρίζω στους δρόμους. Ο καπετάν Πιτζάμας έχει δίκιο, κάτι ξέρει ’πό πολιτική.
Μεθυσμένοι, χιλιάδες μεθυσμένοι, άντρες, γυναίκες μεθυσμένοι.
Δεν τρέχει μόνο ο παράς στους δρόμους, μαζί του τρέχει κι η μπύρα και τ’ ουίσκι και το τζιν. Ανοίξανε δουλειές, κουνιέται το εμπόριο, τρώει ο κοσμάκης ψωμί…
Και τα κόκαλα των ομοίων του.
… Κύριε, Παντοδύναμε!
Κάποτε ντράπηκα, Κύριε, γιατί ’μαι Ρωμιός, ντράπηκα γιατί ’μαι ναύτης.
Μα ’πόψε, Κύριε, ντρέπουμαι γιατί ’μαι ένα ’πό τα φτωχά, τα ελεεινά πλάσματα, τα κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σου…
Χαράματα γυρίζω στο βαπόρι.
Πέρα, μακριά στο πέλαγο, το καραβοφάναρο κάθε δυο λεφτά βγάζει τρία μουγκανητά, λες κι είναι κάποιο μοσχάρι που ζητά τη μάνα του στα λιβάδια…
Σβήνουν οι φάροι.
Δίχως φανάρια της γραμμής και το τσιγάρο απαγορεύεται στην κουβέρτα τώρα.
Ένας μαύρος όγκος το καράβι τώρα στη σκοτεινή απέραντη θάλασσα, κι ένα μαύρο σημαδάκι ’γώ στην κουβέρτα του…
Και πάμε ολοένα, πάμε…
Ταμ ταμ τα, ταμ ταμ τα, ταμ ταμ τα, τραγουδά μερόνυχτα η προπέλα.
’Κεί κάτω αρχίσανε, βιάζονται, μας περιμένουν.
Τους πάμε ’π’ όλα τα καλά.
Λογιών, λογιών οβίδες. Οβίδες που βγάζουνε μάτια, που καίνε πλεμόνια, που γκρεμνίζουν κάστρα, π’ ανάβουνε φωτιές.
Τους πάμε και ντουφέκια και φτυάρια και κασμάδες.
Χρειάζεται πολύ σκάψιμο η γη, μεγάλοι λάκκοι πρέπει ν’ ανοιχτούνε.
Κοιτάζω ψηλά τα σύννεφα που τρέχουνε.
Σε λίγο το φεγγάρι λευτερώνεται ’π’ αυτά κι η σκοτεινή, η μαύρη θάλασσα γίνηκε ασημένια.
… Να μπορούσα ν’ ανάψω τώρα ένα τσιγάρο, το τελευταίο μου τσιγάρο στην κουβέρτα, κοιτώντας το φεγγάρι…

Έτοιμα όλα, δεν έχω παρά να βάλω φωτιά στη μίτζα[22].
’Δώ να, δίπλα μου, κοιμούνται εξ εφτά άνθρωποι ξένοιαστοι, στο στόκολο οι θερμαστές, στη γέφυρα ο γραμματικός, ο Διαμαντής, ο καπετάν Πιτζάμας…
Τ’ αθώα μου θύματα.
Σαν να βλέπω τ’ άρθρα στις εφημερίδες, τα μνημόσυνα στον Πειραιά, τους δεκάρικους λόγους.
…Έλληνες ναυτικοί, πέσατε σεις πρώτοι στον ιερόν υπέρ πάντων αγώνα…
Ποιος ιερός αγώνας, αφού ’μαστε ουδέτεροι;
Μα δεν έχει να κάνει…
Θα πούνε και θα γράψουνε οι κήρυκες του καλού και του δικαίου, θα φρονηματίσουν το λαό, ως πότε θα ’μαστε ουδέτεροι.
… Μα τι πάω να κάνω;
Τόσοι άνθρωποι… Πόσοι ’ναι παντρεμένοι;… Μετράω, λογαριάζω, παιδιά, γυναίκες, μάνες…
Και τούτα που πάμε, πόσες χιλιάδες θα στείλουνε στον άλλο κόσμο;… Πόσες; Αυτούς δεν μπορώ να τους λογαριάσω, δεν ξέρω, δεν τα καταφέρνω, για δεν έχουνε κείνοι παιδιά, γυναίκες, μάνες;
Ρίχνω την τελευταία ματιά στον ουρανό, λέω αντίο στη θάλασσα…
…Σκλάβοι, δούλοι ’πό κούνια…
Είκοσι χρόνια σας δεχόντουσαν στο σπίτι τους σαν αδύνατα σκλαβωμένα αδέρφια που δεν μπορούν να σπάσουν τα δεσμά τους.
Είκοσι χρόνια σας δεχόντουσαν νηστικοί, μα περήφανοι και σας δείχναν το δρόμο του Λυτρωμού.
Μα σεις, σκλάβοι, άκαρδοι κι άμυαλοι, τίποτα δεν είδατε, τίποτα δε νοιώσατε.
Στις τίμιες μπλούζες τους, δείχνατε τα γιαπωνέζικά σας πουκάμισα και κασκόλ οι μπιτσικόμηδες[23], τα λιγδιασμένα κουρέλια σας οι νοικοκυραίοι.
Σκλάβοι άκαρδοι κι άμυαλοι, κορτάκηδες ηλίθιοι, σιχαμένοι δεκαρολόγοι σταθήκατε σ’ όλα σας τα ταξίδια σ’ ολάκερη τη ζήση σας.
Τώρα τους πάτε το θάνατο, για λίγα δράμια μάλαμα, κάλπικο μάλαμα.
Μα δε θα σώσετε να πάτε, δε θα προκάνετε να πάτε…
Αντίο, λαμπερέ Ωρίωνα, Μπέι[24] αγαπημένο, έχε γεια.
Ήταν βαθιά μεσάνυχτα…
Πέρα μακριά στις πολιτείες τους οι άνθρωποι κοιμόντουσαν όλοι ήσυχοι τον ύπνο των δικαίων.
Κανείς δεν άκουσε τίποτα…
Τίποτα κανείς δεν είδε…
s/s «Νίκος», Ατλαντικός, 1935


[1] Φορτηγό βαπόρι που μεταφέρει όλο κάρβουνο.
[2] Χρυσή λίρα με τον Άγιο Γεώργιο.
[3] Γλύκισμα παρόμοιο με τους λουκουμάδες.
[4] Αλλαγή βάρδιας.
[5] Αστυνομικός υπάλληλος· πρόσωπο που εκτελεί εντολές άλλου, συνήθως σε βάρος τρίτων.
[6] Λεβητοστάσιο.
[7] Το κατάστρωμα του καραβιού.
[8] Προφανώς υπολογίζει τη θερμοκρασία σε βαθμούς της κλίμακας Φαρενάιτ που ισοδυναμούν σε 60ο C.
[9] Προθεσμία φόρτωσης
[10] Ξύστρα. Σημ. Η ρασκέτα, το φτυάρι κι ο λοστός ήταν τα εργαλεία των θερμαστών.
[11] Το πυκνόμετρο.
[12] Μεγάλο ξύλινο σφυρί που μεταχειρίζονται οι καλαφάτες.
[13] Προκυμαία.
[14] Το υποχρεωτικό κλείσιμο της ταβέρνας, προπολεμικά στις 22.15.
[15] Ο ποταμός Ρίο ντε λα Πλάτα της Αργεντινής.
[16] Νοτιοανατολικός άνεμος.
[17] Ανατολικός άνεμος.
[18] Αναγκαστική πορεία σε περίπτωση μεγάλης θαλασσοταραχής κόντρα στη διεύθυνση του ανέμου για να αποφύγει το πλοίο τα χτυπήματα των κυμάτων στα πλευρά.
[19] Δυτικός άνεμος.
[20] Βορειοδυτικός άνεμος.
[21] Βόρειος άνεμος.
[22] Μίζα.
[23] Ναυτεργάτες-αλήτες που γυρίζουν από βαπόρι σε καντίνα κι από καντίνα σε βαπόρι, δίχως σπίτι, δίχως γράμμα.
[24] Ο Βισκαϊκός κόλπος.

12 Οκτωβρίου 2011

ΘΑ ΠΑΤΕ ΑΛΒΑΝΙΑ????? .... Μετανάστες.......

«Είμαστε πρόθυμοι να βοηθήσουμε οικονομικά τους Έλληνες μετανάστες στην αναπτυσσόμενη Μεγάλη Αλβανία», τόνισε ο Έντμοντ Χατζηνάστο λίγες ώρες μετά τη συνάντηση που είχε με τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Δ. Δόλλη.



ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΝΤΕΓΡΑΨΑ ΑΠΟ ΤΗΝ deal news gr....


βρε βρε... ωραία πράγματα.....

07 Οκτωβρίου 2011

ΈΦΥΓΕ Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ APPLE.... ο οποίος μου χάρισε έτη ευμάρειας....

Δεν είμαι πλούσιος ... κάποτε όμως έβγαζα αρκετά χρήματα πουλώντας την εργατική μου δύναμη κυρίως του μυαλού μου...
Η αρχή της σχέσης μου με την APPLE και τα ΜACIDOSH είναι πολύ παλαιά.... Νέος είχα μπλέξει με κάτι ασυναρτησίες... Ήθελα να γίνω ασυρματιστής... Είχα ένα φίλο που είχε σπίτι του ένα περίεργο πράγμα ένα κομπιούτερ με κασέτα... Ούτε τώρα θυμάμαι το όνομα της μάρκας... COMODORE?? δεν ξέρω....
Μετά ένα παιδί που είχα τις ίδιες ιδεολογικές ανησυχίες αγόρασε ένα ΕΛΛΗΝΙΚΟ.... ναι ΕΛΛΗΝΙΚΟ κομπιούτερ νομίζω το λέγαν OLYMPUS... Στα δέκα λεπτά έφευγες με πονοκέφαλο από εκεί...
Μια μέρα λοιπόν εκεί κάτω στην Πειραιώς σε ένα γραφείο ήλθε ένα MACIDOSH CLASSIC χωρίς σκληρό δίσκο παρακαλώ..... και ασπρόμαυρο...
Περίμενα με αγωνία να τελειώσουν την σελιδοποίηση της εφημερίδας δια μέσω του QURK EXPRESS που σημειωτέων ήθελε 14 δισκέτες....!!!!!!!!!!!! για να φορτωθεί.... Περίμενα λοιπόν και έπαιζα ώρες παιχνίδια... Τι ωραίο πράγμα... Αυτό ήταν....
Δια μέσω τυχαίων πάρτυ... στην Μιχαλακοπούλου γνωρίστηκα με ένα ζευγάρι με πρότειναν εξωτερικό υπάλληλο και σε ένα μήνα κατάλαβαν ότι ήμουν ένα μικρό ακατέργαστο ... πουλέν.... και νάμαι βοηθός παραγωγής σε εκδοτική εταιρία... με ΤΕΡΑΣΤΙΟΥΣ ΠΕΛΑΤΕΣ...
Από μια φυλλάδα μηνιάτικη ... βοηθός παραγωγής... Χρήμα πολύ... Ξενύχτια άπειρα... Να τα πίνεις με παρέα στην ταβέρνα και να φεύγεις στις 11 το βράδυ στην ΓΡΑΜΜΗ του Κωσκωτά στην τεράστια εκείνει μηχανή για να υπογράψεις τυπογραφικό... Να επιστρέφεις στην ταβέρνα και στις 11 το πρωί στην Γλυφάδα με τις υπέροχες τσούπρες στους ΅τσίγκους΅ και στις 2 το μεσημέρι στο Κοντόπευκο στο ΈΘΝΟΣ για να υπογράψεις νέο τυπογραφικό... Βιβλιοδετεία... απλά καλλιτεχνικά... Μια 5ετία μαγεία... Μυρωδιές χαρτιού, μελανιού.... ΕΥΘΥΝΕΣ άγχος... ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΟΛΑ ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΛΑΘΟΣ.... Ένα σαλόνι μετά από 24 ώρες ξενύχτι δεν έκατσε με το άλλο τυπογραφικό... Αυτό δεν πληρώθηκε.... Αλλά ο γάτος την προηγούμενη ημέρα είχα σταματήσει ένα ολόκληρο περιοδικό ... του γνωστού Τροχανά με τον SOE του... γιατί από λάθος ήταν σε έξη σελίδες η ίδια παράγραφος...
Τες πάντων... γύρω μου παντού μέσα μου ήταν ΤΑ ΜΑCIDOSH... ΠΑΝΤΟΥ... Πήρα σπίτι πήρα στις διάφορες εταιρίες... παντού.... Αυτά τα εργαλεία με έκαναν ότι με έκαναν... γιατί APPLE ίσον ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ....

Κάποτε πήρα ένα pc.... από τα νεύρα μου το χαίρετε ο σκουπιδοτενεκές...


Λοιπόν κύριε συνιδρυτά της APPLE σας ευχαριστώ για όσο μεροκάματο μου προσφέραν οι υπέροχες μηχανές σας.... ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ Η ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ ΚΑΝΑΤΕ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΧΕROX ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΕΦΕΥΡΕΤΕΣ ΤΩΝ PC.... Εκεί στην φωλιά του ADOBE TOY NORTON εκεί ευτυχώς που κατανοήσατε μαζί με τον άλλον τον φίλο σας τον Στιβ Βόζνιακ την αξία ενός pc που ευτυχώς η XEROX δεν κατανόησε... αν και με την XEROX προσωπικά ευτύχισα να δουλέψω χρόνια... με τις μηχανές της που με έθρεψαν... αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία....

Όποιος έχει δουλέψει μηχανές Γερμανικές, Ιαπωνικές και Αμερικάνικες θα έχει καταλάβει την αξία των μηχανών της Αμερικής... Ε και εγώ λάτρεψα τα MACIDOSH γιατί δεν ήθελα να μάθω τίποτα άλλο πέρα από αυτό που χρειαζόμουν κάθε φορά... ΉΜΟΥΝ ΧΡΗΣΤΗΣ και εκεί ήθελα να παραμείνω.. Να μην μου ζαλίζουν τον έρωτα προβλήματα, δυσκολίες ντρίβερ κρας και άλλες βλακείες... ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΑΝ ΟΙ ΤΥΠΟΙ... Τους ευχαριστώ...

Aυτά ήθελα να τα πω ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ... Αν κάποιοι θέλουν να μου πουν τα άλλα γνωστά ... για τα εργοστάσια στην Κίνα κλπ... ΤΑ ΞΕΡΩ... Αλλά σε νεκρολογίες δεν ταιριάζουν τούτα... Θα θυμίσω μια σκηνή μετά την ήττα του εμφυλίου στην ΑΘήνα της αριστεράς... Εκεί ένας παπάς πήγε την ώρα που οι κλαγές των όπλων ήταν παρούσες να κάνει αντιαριστερή ρητορική και το ίδιο το πλήθος των πιστών τον απέτρεψε...
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΣΤΙΣ ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ Η ΚΑΤΑΛΑΓΗ Ο ΣΕΒΑΣΜΟΣ Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ Η ΓΑΛΑΝΤΟΜΙΑ...

Διάβολε απόγονοι αρχαίων Ελλήνων δεν είμεθα....


Καλό ταξίδι κύριε συνιδρυτά της APPLE.... Από έναν άνθρωπο που έβγαλε το μεροκάματό του από τις μηχανές σας .... ακούστε κάτι... ΔΥΣΚΟΛΑ Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΑΣ ΘΑ ΑΝΑΠΛΗΡΩΘΕΙ... ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΑΣ ΓΙΑ ΑΠΛΕΣ ΧΡΗΣΤΙΚΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ ΔΥΣΚΟΛΑ ΘΑ ΒΡΕΙ ΣΥΝΕΧΙΣΤΕΣ....

ΗΔΗ ΜΑΣ ΛΕΙΠΕΤΕ...

27 Αυγούστου 2011

ΑΙΘΙΟΠΙΑ.... Το μαρκινό μου ιστορικό παρελθόν... μια γνωστή πατρίδα...

Κοντεύουν εκατό χρόνια που ένα μωρό γεννιέται στην Αντίς Αμπέμπα. Η πρωτεύουσα της Αιθιοπίας... Κοντά στα δύο έφυγε για την μακρινή Αλεξάνδρεια και ύστερα με τον Βενιζέλο για την "λευτεριά" την Ελλάδα των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών όπως αν θυμάμαι καλά έλεγαν τότε...
Ο πατέρας -αστέρι στον ουρανό - μου άφησε μια γλυκιά νοσταλγία μια άγνωστη μυρωδιά από την γνωστή αυτή χώρα. Δεν ξέρω γιατί αλλά πάντα μεταφυσικά αισθάνομαι Αιθίοπας στην καταγωγή. Ένας Αιθίοψ με ευρωπαική κουλτούρα που κάπου κάπως κάποτε θα γνωρίσω την πατρίδα...
Παρόλο που δεν είμαι μαύρος η νοσταλγία για το ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (έστω και αν η εκκλησία παρέμεινε στις προκαλχηδόνιες εκκλησίες) με ιντριγκάρει. Φυσικά θα μου πείτε αυτά τα "κουλά" πως δένουν με την προηγούμενη ανάρτηση? Έλα μου ντε... Μεταφυσικές αναζητήσεις και ΔΙΑΒΟΛΕ ΓΙ ΑΥΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΜΠΛΟΓΚ ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΠΛΟΓΚ για να ταξιδεύουμαι στα βαθύτερα πελάγη του είναι μας... Να αναλύουμε τις αντιφάσεις μας...
Πολλές φορές σκέπτομαι πως το βασίλειο αυτό το ΟΡΘΟΔΟΞΟ παρέμεινε αλώβητο μέσα στην δύνη των αιώνων... Και πως ο αέρας της κοινωνικής διαπάλης το σάρωσε αφού μια κοινωνική πρωτοπορία Μαοικής προέλευσης κατάφερε να καταλύσει την μακραίωνη πορεία του...
Κατ' αρχήν ήταν ο Χαιλέ Σελασιέ... Ο Αυτοκράτορας ο θεός για τους ράστα ο μεγάλος τιμονιέρης με το λεοντάρι ... Ο ΑΝΑΞ καταφθάνει στην Τζαμάικα ... όπου οι ράστα οι οπαδοί του τον υποδέχονται... Μεγάλε βασιλιά του θεού απεσταλμένε....





στο δεύτερο βίντεο ...επειδή δεν ξέρω αγγλικά πρέπει να δηλώνει ότι δεν είναι ο απεσταλμένος του θεού στην γη... Ένα τραγικό κακό των αντίχριστων που βάζουν ένα σωσία να δηλώσει ότι δεν είναι ο απεσταλμένος... Τώρα μην μου πείτε ... στα αλήθεια ... δεν ήταν πράκτορες που μεταμόρφωσαν ένα αντρείκελο??? Ο ΧΑΙΛΕ ΣΕΛΑΣΙΕ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ...



Αλλά η χώρα μου... κρατά από παλαιά... δείτε το βίντεο που οι πτωχοί πατριώτες ταπεινώνουν του ΠΑΠΙΚΟΥΣ ΦΑΣΙΣΤΕΣ του κώλου.... τον Μπενίτο.... και ακούστε το ΥΠΕΡΟΧΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ όπου οι βουκωλικές διαδρομές Ελλάδας Αιθιπίας εξυφαίνονται... 1935-1941 ανάθεμα τον φασισμό σας....



αλλά ας θαυμάσουμε την υπέροχη αγιογραφεία της πατρίδας μου.... που είναι προκαλχηδόνια (λέμε τώρα... αλλά αυθεντική όπως και να το κάνουμε) συνοδία υπέροχης θρησκευτικής μουσικής...



γι αυτό μετά τους κομμουνιστές του Μεγκίστου εμείς κάνουμε άλλη επανάσταση για την επιστροφή του ΑΝΑΚΤΟΣ στην θέση του...

ΘΑ ΕΦΑΡΜΟΣΟΥΜΑΙ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΜΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΥΜΩΝ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΑΡΜΟΖΕΙ.... λέμε τώρα...



τώρα οκ ... έγιναν και κάτι βλακείες που διώξαμε και ορισμένους εβραίους ... σφάλματα κάναμε .... η Aliyah ήταν τραγική παρένεθεση αλλά μας την χώθηκαν... εμείς έχουμε την σιών ..... τον λέοντα.... τι θέλαν οι Εβραίοι Αιθίοπες... τες πάντων όταν θα ματαέλθει ο ΣΕΛΑΣΙΕ για να ματαβασιλέψει... θα τους φέρουμε πίσω από το Ισραήλ... Έχει μέρη να μείνουν...
(ξέρετε ότι υπάρχουν Εβραίοι μαύροι?????? εκκατομυριούχοι και δαύτοι??)




εμείς όμως οι γνήσιοι Αιθίοπες οι ράστα θα φέρουμε την δικαιοσύνη της Σιών του Γιαχφέ



ΣΕΛΛΑΣΙΕ είσαι ο θεός ο απεσταλμένος του θεού... τες πάντων κάτι είσαι και συ τόσος χαμός γίνετε...



και θα φτιάξουμε το σπίτι του Σολομώντα άντε όχι σπίτι .... σπιταρώνα...




και να θυμάστε θα βασιλέψει ο μαύρος χριστούλης.... κουφάλες θα σας γεμίσουμε τα δόντια κουφάλες...



EMΠΡΟΣ ΠΑΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ..









22 Αυγούστου 2011

Σημειώσεις και αποκρυσταλλώματα του θέρους...

Είναι τραγικό.... Οι τηλεοπτικοί "μέντορες" ή διαβολοπαρουσιαστές... καθώς ΑΤΥΧΩΣ και ούλος ο συρφετός των "έγκριτων" μας βομβαρδίζουν με πληρωφορίες χρήσιμες μεν χωρίς όμως αναλύσεις και παράθεση όλων των θέσεων...
Λες πχ η κόντρα για το εξωτερικό χρέος των ΗΠΑ να είναι ένα ποδοσφαιρικό γεγονός ή ένας τσακωμός ανάμεσα σε κάποιους πολιτικούς για ένα "εσωτερικό" γεγονός... Θα πω λοιπόν ορισμένες θέσεις μου δηλαδή αποκρυσταλλώματα επ ευκαιρία σκέψεων θερινών... Εν ολίγοις ΑΞΙΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΞΕΚΑΘΑΡΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ...

1) Η απόλυτη θέση μου για την αποτυχία της εννιαίας νομισματικής αγοράς δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί. Ωστόσο όσοι με γνωρίζουν πρέπει να θυμώνται ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ (από τότε που είχε γίνει το ΕΥΡΩ) ότι έλεγα σαφώς ΌΤΙ ΕΝΝΙΑΙΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΌΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΕΘΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ. Αυτό δεν προέρχεται από μια προφειτία... Προέρχετε από μελέτες τότε... του βιβλίου του Λένιν "Κράτος και επανάσταση" και επίσης της πολεμικής γύρω από τις θέσεις του Μπουχάριν (ανάθεμα το αλτσχάιμερ...) για τον Πανιμπεριαλισμό θέσεις που αντέκρουαν άλλοι Μαρξιστές... Οι κλιδωνισμοί του ευρώ δεν σημαίνουν ότι σήμερα αύριο θα διαλυθεί το νόμισμα... Αυτό μπορεί να γίνει σύντομα αργά αύριο ή μετά από κάποια χρόνια...

2) Η σύγκρουση ανάμεσα στους Δημοκρατικούς και Ρεμπουμπλικάνους έχει διπλή σημασία...

Α) Την έναρξη ενός μεγάλου ταξικού πολέμου στο εσωτερικό της χώρας Ηπείρου... με πρωτόγνωρες βίαιες πλευρές... Είναι φανερό ότι το 15% των τέως προλεταρίων στις ΗΠΑ που ζουν με κρατικές επιδοτήσεις είναι ένα μικρό νούμερο... Η Κινεζοποίηση και του προλεταριάτου των ΗΠΑ είναι το όνειρο και ο στόχος των καπιταλιστών των ΗΠΑ...



Β) Την έναρξη ενός ενδοκαπιταλιστικού πολέμου απρόβλεπτων εξελίξεων για το ανθρώπινο είδος για την πρωτοκαθεδρία στον πλανήτη. Ανάμεσα δηλ. στις ΗΠΑ και την καπιταλιστική Κίνα και σε μικρότερο βαθμό με την Ινδία, ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ανάμεσα στις ΗΠΑ και Βραζιλία Βενεζουέλα. Κάθε σταμάτημα του εξωτερικού χρέους των ΗΠΑ θα θέσει σε κρίση όλο τον υπόλοιπο κόσμο...



3) Η κρίση του καπιταλισμού για ιστορικούς και γεωπολιτικούς λόγους εκφράζετε στον αδυνατότερο κρίκο των ιμπεριαλιστικών κρατών που είναι η Ελλάδα. Δεν είναι που μετατραπήκαμε σε αποικία ή μισοαποικία. Η ουσία είναι μιά... Να σώσει το σύστημα τις τράπεζες οι οποίες σαν λαγωνικά κυνηγιού αγριόχειρων... έχουν πέσει στις Βαλκανικές χώρες και την Τουρκία και απομυζούν υπερκέρδη. ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ.... ΣΩΣΤΕ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ... Αλλά φευ..... Η παγκόσμια κρίση έρχετε... Η σχεδόν μηδενική αύξηση των δεικτών παραγωγής προιόντων θα θέσει γρήγορα και την ναυτιλία σε ύφεση.... Το μέλλον του Ελληνικού καπιταλισμού είναι ένα μέλλον ΈΝΤΟΝΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ... Όσοι με γνωρίζουν προσωπικά ξέρουν ότι εδώ και ένα και μισό χρόνο είχα κάνει δύο προβλέψεις..

Α) Το χρέος ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΕ να εξυπηρετηθεί γιατί είναι το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν παγκοσμίως...

Β) Οι απόλυση των δημοσίων υπαλλήλων είναι αργά ή γρήγορα η μόνη τους διέξοδος....

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ... Ο ταξικός πόλεμος είναι ακόμα στην αρχή... Η κινεζοποίηση του Ελληνικού προλεταριάτου επί της ουσίας δεν έχει καν εκκινήσει... Πρώτα από όλα ΣΤΟΧΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΗ ΤΗΣ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ... σε επίπεδα μουσικού εκθέματος... (θέση που χρόνια πολλά υποστήριζαν οι φίλοι μου... μόνοι αυτοί μαζί και εγώ ... όταν η αριστερά .... δεν έβλεπε μπροστά της...).

4) Για πολλοστή φορά εκφράζω την θέση μου.... Η αξία της πολιτικής είναι εδώ στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ... Κάθε άλλο ξύπνημα λαών μεσανατολικών χωρών... λατινοαμερικάνικων ή αφρικανικών.... είναι μια παροχυχίδα εμπρός στους αγώνες των λαών που προανέφερα...


5) Ο πόλεμος έχει ξεκινήσει.... Οι προλετάριοι όλο και περισσότερο θα ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν τίποτα να χάσουν .... ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ ΤΟΥΣ.... Εμπρός τους ανοίγονται δύο δρόμοι... Ή του αγώνα ή της πλήρους εξαθλίωσης.... Ο καπιταλισμός επέστρεψε με τα δόντια ξεγύμνωτα και διψασμένος για ΚΕΡΔΗ.... Αλλοίμονο στους λαιμούς που σκύβουν.... Αργά ή γρήγορα ένα ρυάκι κόκκινου αίματος θα πνίξει αυτούς και τα παιδιά μας....

23 Ιουλίου 2011

ΜΟΤΗΕR JONES η μάνα χιλιάδων "αγοριών".... εργατών







Αφορμή αυτό το καυτό πρωινό για να γράψω αυτό το αφιέρωμα ήταν μια εργατική εφημερίδα (που εκτιμώ βαθύτατα) η οποία είχε αφιέρωμα στην ΜΑΝΑ ΤΖΟΟΥΝΣ...
Έχουν περάσει χρόνια πολλά... από τότε που μου είχαν δώσει να διαβάσω το βιβλίο της, την "Αυτοβιογραφία" της.
Σίγουρα έχει χαθεί γιατί δεν το βρίσκω πλέον. Κάποιος νέος τότε.... μεσήλιξ σήμερα θα το έχει. Βλέπεις αυτό το βιβλίο μαργαριτάρι... έχει πολλαπλές χρήσεις ... κυρίως όμως μία... ΝΑ ΣΤΕΡΙΩΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΒΑΘΥΝΕΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΙΟ ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΗΣ ΤΑΞΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ.... της εργατικής. Άρα για προπαγανδιστικούς λόγους θα είχε δωθεί σε κάποιον νέο ή νέα, που ελπίζω να μην απεμπόλησε τα ΠΙΣΤΕΥΩ να μην αποσκίρτησε ζητιανεύοντας στον "ήλιο μοίρα"... Ελπίζω...


Κλέβω λοιπόν αποσπάσματα από τον πρόλογο του Μ. Σάκος για την ΜΑΝΑ ΤΖΟΟΥΝΣ.... τη πλέον "επικύνδυνης γυναίκας" των ΗΠΑ....

Η Μαίρη Χάρις ("μάνα") Τζοουνς αποτελεί μια από τις πιο θρυλικές και ηρωικές μορφές του αμερικανικού εργατικού κινήματος. Συνδικαλίστρια, οργανώτρια, αγωνίστρια, πάλεχψε με αποφασιστικότητα για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης. Με τα μικρά γυαλάκια της, ύψους μόλις 1.50μ. και σε ηλικία 60, 70,80 έως και 90 ετών, αυτή η μικροκαμωμένη γριούλα οργώνει όλη την Αμερική, από τη Δύση έως την Ανατολή, για να οργανώσει τους εργάτες σε σωματεία και να καθοδηγήσει τις απεργίες τους. Τα βάζει με μπράβους και πιστολάδες των εταιρειών, με κυβερνήτες και πολιτικούς, με σερίφηδες και δικαστές ακόμα και με πουλημένους συνδικαλιστές, προκειμένου να υπερασπιστεί με πάθος το δίκιο των "αγοριών" της, των ανθρακωρύχνω της Αμερικής. Γι' αυτό και τα "αγόρια" της την αποκαλούν "Μάνα", όπως και έμεινε γνωστή στην ιστορία.
Η Μαίρη Χαρις γεννήθηκε το 1837 στο Κόρκ της Ιρλανδίας. Οι γονείς της αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στο Τορόντο του Καναδά λόγω της πατριωτικής τους δράσης για την απελευθέρωση της Ιλανδίας. Εργάζετεαι ως δασκάλα και ως μοδίστρα. Το 1861 παντρεύεται τον Τζόρτζ Τζόουνς, συνδικαλιστή του Σωματείου Σιδηροχυτών και κάνει μαζί του 4 παιδιά. Όμως σε μια επιδημία κίτρινου πυρετού στο Μέμφις του Τενεσί, χάνεις μέσα σε λίγες μέρες και τον άντρα της και τα παιδιά της. Έτσι φεύγει για το Σικάγο και ανοίγει ένα μικρό μοδιστράδικο, το οποίο καταστρέφετεαι στην μεγάλη πυργκαγιά του 1871. Τότε, έρχεται σ επαφή με τους Ιππότες της Εργασίας, μια εργατική οργάνωση της εποχής και αφιερώνεται ολόψυχα στο εργατικό κίνημα.
Ταξιδεύει σε όλη τη χώρα και οργανώνει απεργίες κια συνδικάτα. Συμμετέχει στους αγώνες για το οκτάωραο, στην Πρωτομαγιά του 1881 στο Σικάγο, στις μαχητικές απεργίες των ανθρακωρύχων της Πενσυλβάνια, τις κινητοποιήσεις των σιδηροδρομικών, στην άγρια απεργία στα ορυχεία του Ροκφέλερ στο Κολοράντο, πο οδήγησε στη σφαγή του Λάντλοου (1914), στη μεγάλη απεργία του Χάλυβα (1919).
Το 1901, φτιάχνεις με εργάτριες της Πενσυλβάνια το δικό της "στρατό" δηλαδή μια γυναικεία πολιτοφυλακή, που με σκούπες και τηγάνια αντιμετωπίζει την τρομοκρατία των εργοδοτών και των ένοπλων συμμορίων τους και ενθαρρύνει χιλιάδδες ανθρακωρύχους να γραφτούν μαζικά στο συνδικάτο. Το 1903, οργανώνει την Πορεία των Παιδιών των εργοστασίων. Με επικεφαλής την ίδια, σακατεμένα παιδιά-εργάτες κλωστουφαντουργιών κάνουν πορεία από το Κένσιγκτον της Πενσυλβάνια έως το σπίτι του προέδρου Ρούσβελτ, στο Όιστερ Μπέι της Νέας Υόρκης, καταγγέλοντας την παιδική εργασία. Το 19132. σε ηλικία 76 ετών, κατά την δικάρκεια της απεργίας στο Πέιντ Κρικ- Kάμπιν Κρικ στη Δυτική Βιρτζίνια, συλλαμβάνεται, δικάζεται για φόνο και καταδικάζεται σε είκοσι χρόνια φυλακή!! Η υπόθεσή της ξεσήκωσε τέτοιο σάλο, που αποφυλακίζεται με παρέμβαση της Γερουσίας.
Η "πιο επικίνδυνη γυναίκα της Αμερικής" σύμφωνα με τη φράση ενός δικηγόρου της Διτικής Βιρτζίνια, πέθανε σε ηλιία 93 ετών στις 30 Νοεμβρίου του 1930. Στην κηδεία της περαβρέθηκαν δεκάδες χιλιάδες εργάτες. Θάφτηκε στο κοιμητήριο των ανθρακορύχων στο Μάουντ Όλιβ του Ιλινόις όπως είχε ζητ΄σηςι η ίδια. "Ελπίζω ότι θα έχω παργοριά, όταν πεθάνω, πως θα κοιμάμια κάτω από την γη μαζί με τα γενναία μου αγόρια" Και τα γενναία της αγόρια έγραψαν στην ταφόπλακάτ ης "Έδωσε τ ζωή της στους Εργάτες και παρέδωσε την ευλογημένη ψυχή της στους Ουρανούς".............
...........

Μ. Σάκος






20 Ιουλίου 2011

ΕΙΣ ΤΟ ΘΕΡΜΟΝ ΖΩΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΕΝ ΤΑΡΑΧΗ ΘΕΡΟΣ...

Στο καλοκαίρι τούτο όπου το μέλλον είναι θολόν και όσο ποτέ άλοτε ανεξιχνίαστον αφιερόνω ένα σπάνιο ηχητικό ντοκουμέντο από τον Νικόλαον Κάλας τον μέγαν τούτον υπερεαλιστή




http://poiein.podomatic.com/entry/2008-10-09T06_48_48-07_00

30 Μαρτίου 2011

ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΦΑΡΦΟΥΛΑ.... σούπερ ντούπερ έκπληξη....

Δεν έχω πολλά να πω ... Έχω τα ζόρια μου ως το καλοκαίρι... Θα πω ένα μεγάλο μπράβο στις εμμονές του φίλου του εκδότη Διαμαντή.

Είναι μαγικές οι εμμονές του και σε γενικές γραμμές με εκπλήσσει σε κάθε σχεδόν τεύχος...


αντιγράφω λοιπόν...



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Κυκλοφόρησε το 14ο τεύχος του Φαρφουλά
που γράφτηκε εξολοκλήρου «εν ώρα εργασίας»

Σκεφτήκαμε να κάνουμε ένα τεύχος εκ θεμελίων διαφορετικό απ’ ό,τι συνηθίζεται και χωρίς τις απαραίτητες προδιαγραφές, ακόμα και για τα δεδομένα των μη συμβατικών εντύπων. Αφορμή ήταν το γεγονός πως αρκετές φορές λάβαμε κάποιο ποίημα ή ένα κείμενο και αυτός που το έστελνε επεξηγούσε δικαιολογούμενος για πιθανές ατέλειες, ότι «αυτό μου βγήκε στη δουλειά». Η αφροντισιά αυτή όμως συνήθως προσέδιδε και την ιδιαίτερη χάρη του. Είπαμε λοιπόν να το ψάξουμε και να πειραματιστούμε προς αυτήν την κατεύθυνση: Εν ώρα εργασίας, λοιπόν!
Στείλαμε mail δεξιά κι αριστερά, το είπαμε σε φίλους και γνωστούς και σε λιγότερο από ένα μήνα οι διαθέσιμες σελίδες μας γεμίσανε και αν είχαμε άλλες τόσες θα γεμίζανε κι αυτές. Πολλά κείμενα, πολλά σχέδια, πολλοί τρόποι έκφρασης αλλά, καμία επιτήδευση, καμία ματαιοδοξία και πάνω απ’ όλα: ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ!
Παρουσιάζουμε αυτό το τεύχος πιστεύοντας ότι καταδεικνύει πολλά για τον αθέατο, αλλά διαρκώς βαλλόμενο κόσμο της εργασίας. Γράφουν και σχεδιάζουν ελεύθερα, εκφράζοντας μια τεράστια γκάμα ψυχικών καταστάσεων, 51 εργαζόμενοι από διαφορετικούς εργασιακούς χώρους,. Από υπηρεσίες, σχολεία, νοσοκομεία, πανεπιστήμια, λογιστήρια, δικαστήρια, τυπογραφεία, βιβλιοπωλεία, μέχρι και από πλοίο, ξενοδοχείο και λαμαρινάδικο της Λειβαδιάς υπάρχει συμμετοχή.
- Στο τεύχος, σε ξεχωριστή έκδοση, περιλαμβάνεται το κόμικ του Τάσου Ζαφειριάδη Η Πορτογαλία όπως τη φαντάζομαι.

- Ο Φαρφουλάς κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία ή αποστέλλεται με αντικαταβολή.
Αν δεν το βρίσκετε επικοινωνήστε μαζί μας μέσω mail ή στα τηλέφωνα των εκδόσεων.
Δείτε στην ιστοσελίδα μας που μπορείτε να μας βρείτε: http://farfoulas.blogspot.com

- Η παρουσίαση του περιοδικού και το καθιερωμένο γλέντι θα γίνει στις 23 Απριλίου 2011,
στις 9.00 μ.μ., στο καφενείο «Τα Κανάρια» (Πλαταιών και Κεραμεικού στον Κεραμεικό).

- Όλα τα σχέδια που συνοδεύουν το τεύχος και ακόμα περισσότερα,
θα εκτεθούν στο μπαρ BEDOUIN, Ελασιδών 20 & Δεκελέων, Γκάζι.
Εγκαίνια έκθεσης: Παρασκευή 1 Απριλίου 2011, 10.00 μ.μ. και θα ακολουθήσει πάρτυ.
Διάρκεια μέχρι την Κυριακή 17 Απριλίου.


Φαρφουλάς
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ & ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ
Ζωοδόχου Πηγής 70, Αθήνα, 10683 e-mail: farfoulas@gmail.com
http://farfoulas.blogspot.com


τα τηλέφωνά του για ευνοήτους λόγους τα έκοψα...

23 Μαρτίου 2011