Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

18 Νοεμβρίου 2011

ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ Νο 2 εφαρμογές της στην κονόμα και .... στα όνειρα..

Λοιπόν έχω πει ότι ασχολούμαι με την τεχνολογία... είναι απίστευτα τα ταξίδια που μπορεί να σου κάνει... Ας δούμε μερικές εφαρμογές....



ε?? απίστευτο ... μην μου πείτε όχι...


για μπανείστε και δαύτο...





ε και τούτο...





και τώρα ας κυλιστούμε στα πατώματα...





και κάτι απλούστρο...




και κάτι με υγρό άζωτο ... αν δεν κάνω λάθος με τα υπέροχα αγγλικά μου...





είναι ταξίδι το ρημάδι με την τεχνολογία...
άντε καλή ξεκούραση το σαββατοκύριακο...

15 Νοεμβρίου 2011

ΝΕΟΝ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΟΥ ΦΑΡΦΟΥΛΑ...





Η επώασις της νέας πολυεθνικής βιβλιοπωλικής δυνάμεως έφερε εις την ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 18 το πρώτο της τέκνον...

Είναι ωραιοτάτου εμφανίσεως επωνομαζομένου και ... ΚΟΥΚΛΑ....
Διαθέτων πατάριον και πλήθος τίτλων βιβλίων και ουχί σκουπιδίων... είναι έτοιμος να εφορμήσει εις τας πανελληνίους αγοράς ως επίσης να κατακτήσει πλανητικώς τας αγοράς...




Εις τα εγκαίνια, παρεβρήθημεν μετά πολυπληθούς αντιπροσωπείας. Ο Γ.Γ. του Π.Γ. της Κ.Ε του ΛΑΜΠΟΡΓΚΙΝΙ κατανάλωσεν ολίγον κράσον μάρκας ΜΠΑΡΜΠΑΣΑΙΝΑ... και τα ωραιότατα εδέσματα της κας. μητρός του φιλτάτου ιδιοκτήτη... Απολαύσαμεν το όντι τον ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ ΒΙΒΛΙΟΥΠΑΛΛΗΛΟΝ γελώντες ως εις σκασμόν... Εσυνομιλήσωμεν μετά φίλων και εγκεινιάσαμεν τον χώρον ως έκαναν και οι φίλοι τέως συνεταίροι της ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ και υπάλληλοι τέως του ΜΥΝΗΜΑΤΟΣ... όπερ τους εγνωρίζαμεν έτη πολλά δεηθώμεν...

Εν πλέον σύνθημα διαπερνά τους φανατικούς οπαδούς της πνευματικής τροφής...
ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ ΟΛΕ.... με την ΚΟΥΚΛΑ... Θα πάρωμεν την πόλιν... Δια τούτο άπασα τα πλήθη συρρέουν καθημερινώς δια αγορά υπερόχων βιβλίων και άλλων καλουδίων...

Εκεί θα βρείτε μεγάλη γκάμα υπερρεαλιστικών τίτλων... κλασσικών.... ξενόγλωσσων... θα βρείτε πλήθος καλλιτεχνών .... αν είστε τυχεροί...
Τιμές spesial... εξυπηρέτησις αυθεντικά μαγική... χώρος ΚΟΥΚΛΑ... μελετητήριον εξασφαλισμένον...


ΣΠΕΥΣΑΤΕ....

12 Νοεμβρίου 2011

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ.... όποιος τις γνωρίσει μαγεύετε

Το μπλογκ αυτό αγαπά τις νέες τεχνολογίες... Δεν έχει αναφερθεί ποτέ αλλά υπάρχει ένας έρωτας... Σήμερα ξεκινώ με διάφορους εκπληκτικούς εκτυπωτές...

ΜΑΓΕΥΘΕΙΤΕ...



Και επειδή το πιό πάνω ήταν παλαιό πάρτε να δείτε τον νεώτερο...



και κάτι από την ΗΡ



και τώρα κάτι πιό παιχνιδιάρικο.... πιό ουρανομαγικό...



έχω πράγμα να σας μάθω... μην φοβού....

11 Νοεμβρίου 2011

Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΩΝ....

Το μεγάλο ΚΑΚΟ προχωρά ακάθεκτο. Διαβρώνει όλες τις αρτηρίες, το νευρικό σύστημα και τους ιστούς. Τα ματζούνια που μας παρέχουν οι μαθητευόμενοι μάγοι... φευ ... επιδεινόνουν το ΚΑΚΟ. Χιλιάδες συνάδελφοι παρακολουθούν αποσβωλομένοι την πανούκλα να καταλαμβάνει κάθε δρόμο της πόλης. Κάθε σπιτικό...
Γύρω μας δεν υπάρχει κανένα νοσοκομείο, καμμιά πρόληψη... Κάτι παπάδες, στις ενορίες κάτι κυράτσες πλούσιες τις κυριακές εξασκούν ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΑ δήθεν φιλανθρωπία...
Όλα αυτά δεν είναι ταινία επιστημονικής φαντασίας. Είναι το ΚΑΚΟ που νιώθουμε στις σάρκες μας. Είναι η ανεργία, η πείνα, η φτώχεια. Είναι το άδειο ψυγείο, ο χειμώνας που έρχετε, με τα κλειστά καλοριφέρ.
Έλληνες εργάτες, το μεγάλο ΚΑΚΟ κατατρώγει τα σωθικά μας. Οι γέροντές μας κακοπερνούν, ανίμποροι. Οι ανάπηροί μας φοβούνται. Οι άρρωστοί μας τρέμουν από την ερχόμενη έλλειψη φαρμάκων. Τα παιδιά μας μένουν κάθε ημέρα και πιό απροστάτευτα. Στο σχολείο άρχισαν να λιποθυμούν. Μας κατατρώγει αυτή η άθλια ενναλαγή του χρόνου. Κάθε ημέρα που περνά ίδια με την προηγούμενη. Ξανά και ξανά χωρίς μεροκάματο. Χωρίς ελπίδα. Χωρίς φράγκο στην τσέπη.
Τα μυνήματα είναι πολλαπλά. Στο φαρμακείο τα φάρμακα αρχίζουν να σπανίζουν. Στα super market ήδη πολλά ράφια είναι άδεια. Τα μαγαζιά κλείνουν το ένα μετά το άλλο.
Αρχίζει η απόγνωση να μας πνίγει. Το νιώθουμε όλοι αυτό. Μίσος, πίκρα και απόγνωση. Και στο βάθος ο κίνδυνος της παράλυσης. Ήδη η παράλυση εξ αιτίας του μεγάλου ΚΑΚΟΥ έχει αρχίσει.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΜΑΣ
Εμείς δεν είμαστε ψεύτες πολιτικοί. Θα λέμε την αλήθεια όπως πάντα. Εμπρός μας ανοίγονται δύο τρεις δρόμοι. Ας τους δούμε... Πρώτος οι εξεγέρσεις με το πλιάτσικο... Δεν είμαστε ηθικολόγοι και ψευτοχριστιανοί να τον καταγγείλουμε. Ξέρουμε για την πείνα γιατί και εμείς σπίτια μας πεινάμαι όπως όλοι... Αλλά πόσο θα κρατήσει ένα πλιάτσικο στα ράφι του σπιτιού? Μια βδομάδα? Ένα μήνα?
Δεύτερη λύση είναι να μείνουμε ακίνητοι, μπας και μας σώσουν αυτοί? Ποιοί? Αυτοί οι ... κυβερνήτες, οι πλούσιοι, οι κυρίες του ελέους... Όλο αυτό το συνοθήλευμα των αγίων... Αυτοί όμως δεν ξέρουν πως να σώσουν τα άθλια χοντροκορμιά τους...
Τρίτη λύση είναι να σηκωθούμε. Να πιστέψουμε στον εαυτό μας. Να κάνουμε επιτροπές αλληλεγγύης παντού. Στις γειτονιές, στα εργοστάσια παντού. Όχι επιτροπές... διάσπασης για το Α θέμα... Όχι... Επιτροπές ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ... Το τι θα κάνουν ας το βρουν αυτές. Σισσύτια? Γιατί όχι? Παρακολούθηση τιμών και ενημέρωση? Δημιουργίας συναιτερισμών καταναλωτή? Ότι να είναι... Αρκεί να ζήσουμε.
Το μεγάλο ΚΑΚΟ που ήδη κτύπησε κάθε τίμιου μεροκαματιάρη το σπίτι απαιτεί να ξορκιστεί από το μεγάλο ΚΑΛΟ... Και ΚΑΛΟ είμαστε μόνο εμείς, οι καταφρονεμένοι και κατατρεγμένοι αυτής της χώρας.Χωρίς ιδιοτέλειες, ψευτοηγεμονισμούς. Με ελευθερία βούλησης, σκέψης, δημιουργίας.
Εκεί στην επιτροπή ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ να αυτοκαθαριστούμε από την γάγγραινα που χρόνια τώρα μας κατατρώγει. Την γάγγραινα τις ιδιοτέλειας, της ατομικότητας, της έπαρσης, του άκρατου εγωισμού. Αυτή είναι η κολυμβήθρα της λύτρωσης....

06 Νοεμβρίου 2011

KYMH... πόσο μου λείπεις....

Ας όψετε η κρίση.... Ρημάδα, που δεν περισσεύει το κάτι τις.... Που δεν μπορώ να δω την Κούμη μου.... Να ακούσω το κύμα κάτου στην παραλία... Να πιού το κρασάκι μου κάτου στην Πλατάνα...



Να δω την Παναγιά την Λιαουτσάνισα... Να αφήκου ένα τσιγάρο στον τάφο του πατέρα....
Να πάου κάτου στου Ριρή να χορέψω ως το πρωί... Αχ Κούμη.....





Να πάου κάτω στην πηγή, να διαβάσου τα μυστικά των πλατανιών στο Χωνευτικό... Να περπατήσου στην στροφή του Γιαννάκη, να νιώσω τα φαντάσματα, τα βριλ.... που έλεγε ένας αλλοπαρμένος... να κατέβου στα στρίστρατα κει δα κάτου να ατενίσω την Ενορία... Γιάντα?




και η ομαδάρα... μπάσκετ με τον πασίγνωστο ύμνο της χαχα




και κάτι από τον ΜΑΓΙΚΟ χώρο που δημιούργησαν οι άγνωστοί μου "φίλοι" συμπολίτες Γερμανοί στην γέφυρα της Σκοτεινής .... ένας χώρος ταξίδι στην μαγεία... Στην συγκεκριμένη συναυλία δεν ήμουν... ήμουν όμως τις άλλες ημέρες πίνοντας μπύρες και απολαμβάνοντας την δροσιά μες στο κατακαλόκαιρο






Τες πάντων... ΚΥΜΗ FOR EVER...

03 Νοεμβρίου 2011

ΑΣ ΘΕΣΩΜΕΝ ΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑΝ ΠΡΙΝ ΤΟ ΚΑΡΟ ΜΑΣ ΠΑΡΕΙ ΑΠΟ ΚΑΤΩ....

Ας βάλουμε ορισμένα ζητήματα ... υπό το φως των κλασσικών... δια να τελειώνουμε με αοριστολογίες...





«Το χρήμα είναι ο μαστροπός ανάμεσα στην ανάγκη και στο αντικείμενο, ανάμεσα στη ζωή και στα μέσα ζωής του ανθρώπου... Αυτό που μπορεί να πληρώσει το χρήμα, αυτό ακριβώς είμαι εγώ, ο κάτοχος του χρήματος. Οι ιδιότητες του χρήματος είναι δικές μου, εμένα του κατόχου, ιδιότητες και ουσιαστικές δυνάμεις. Ετσι, αυτό που είμαι και αυτό που μπορεί να κάνω, σε καμιά περίπτωση δεν καθορίζεται από την ατομικότητά μου.
Είμαι άσχημος, αλλά μπορώ ν' αγοράσω την πιο όμορφη γυναίκα. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν είμαι άσχημος, γιατί το αποτέλεσμα της ασχήμιας, η απωθητική της δύναμη, εξουδετερώνεται από το χρήμα. Είμαι κουτσός, αλλά το χρήμα μού προμηθεύει είκοσι τέσσερα πόδια. Κατά συνέπεια, δεν είμαι κουτσός.
Είμαι κακός, ανυπόληπτος, ασυνείδητος και κουτός άνθρωπος, το χρήμα, όμως, είναι ευυπόληπτο, και το ίδιο και ο κάτοχός του. Το χρήμα είναι το μεγαλύτερο καλό, κατ' ακολουθία και ο κάτοχός του είναι καλός. Επιπροσθέτως, το χρήμα με γλυτώνει από τον κόπο να είμαι ανυπόληπτος, έτσι υπολογίζομαι για τίμιος και ειλικρινής.
Είμαι άμυαλος, αν όμως το χρήμα είναι ο πραγματικός νους όλων των πραγμάτων, πώς είναι δυνατόν ο κάτοχός του να είναι άμυαλος; Κάτι περισσότερο, ο κάτοχος του χρήματος μπορεί ν' αγοράσει έξυπνους ανθρώπους για λογαριασμό του.
Συνεπώς, έχει εξουσία πάνω σε έξυπνους ανθρώπους, εξυπνότερος απ' αυτόν. Με το χρήμα μπορώ να έχω καθετί που επιθυμεί η ανθρώπινη καρδιά. Δεν είμαι έτσι κάτοχος όλων των ανθρώπινων ικανοτήτων; Δεν αντιστρέφει, λοιπόν, το χρήμα όλες μου τις ανικανότητες σε ικανότητες;... Το χρήμα είναι ο δεσμός όλων των δεσμών. Είναι η καθολική πόρνη, ο καθολικός μαστροπός ανθρώπων και εθνών. Είναι η αλλοτριωμένη ικανότητα του ανθρώπινου γένους» Κάρλ Μαρξ "Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα"













(Κ. Μάρξ, Κεφάλαιο, Τόμος Ι, σ. 779-781).

Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο.

«Το σύστημα της δημόσιας πίστης, δηλ. των κρατικών χρεών, που τις αρχές του τις ανακαλύπτουμε κιόλας στο μεσαίωνα στη Γένουα και στη Βενετία, διαδόθηκε σ’ όλη την Ευρώπη στη διάρκεια της περιόδου της μανιφακτούρας. Το αποικιακό σύστημα με το θαλάσσιο εμπόριό του και με τους εμπορικούς του πολέμους τού χρησίμευσε σαν θερμοκήπιο. Έτσι στέριωσε πρώτα στην Ολλανδία. Το δημόσιο χρέος, δηλ. το ξεπούλημα του κράτους –αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος– βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού, είναι το δημόσιο χρέος τους. Γιαυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος.
Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς νάναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και στους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική μα ακόμα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δεν δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν μετατρέπεται σε κρατικά ευκολομεταβιβάσιμα χρεώγραφα, που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο μετρητό χρήμα. Άσχετα όμως και από την τάξη των αργόσχολων εισοδηματιών που δημιουργείται μ’ αυτό τον τρόπο και τον αυτοσχέδιο πλούτο των χρηματιστών που παίζουν το ρόλο του μεσίτη ανάμεσα στην κυβέρνηση και το έθνος –καθώς και των φοροενοικιαστών, των εμπόρων, των ιδιωτών εργοστασιαρχών, που μια καλή μερίδα κάθε κρατικού δανείου τούς προσφέρει την υπηρεσία ενός κεφαλαίου πεσμένου από τον ουρανό– το δημόσιο χρέος έχει δημιουργήσει τις μετοχικές εταιρείες, το εμπόριο με συναλλάξιμες αξίες όλων των ειδών, την επικαταλλαγή, με δυο λόγια: το παιχνίδι στο χρηματιστήριο και τη σύγχρονη τραπεζοκρατία».
Οι στολισμένες με εθνικούς τίτλους μεγάλες τράπεζες ήταν από τη γέννηση τους απλώς εταιρίες ιδιωτών σπεκουλάντηδων πού στάθηκαν στο πλευρό των κυβερνήσεων και που χάρη στα προνόμια πού πήραν, ήταν σε θέση να δανείζουν σ αυτές χρήματα. Γι αυτό η διόγκωση τον δημόσιου χρέους δεν έχει άλλον πιο αλάθητο μετρητή από την προοδευτική άνοδο των μετοχών αυτών των τραπεζών, που ή πλέρια ανάπτυξή τους χρονολογείται απ την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας (1694). Η Τράπεζα τής Αγγλίας άρχισε τη δράση της δα­νείζοντας στην κυβέρνηση τα χρήματα της με τόκο 8%. Ταυτόχρονα είχε εξουσιοδοτηθεί από τη βουλή από το ίδιο κεφάλαιο να κόβει νόμισμα, δανείζοντας το ακόμα μια φορά στο κοινό με τη μορφή τραπεζογραμματίων.
Με τα τραπεζογραμμάτια αυτά, είχε το δικαίωμα να προεξοφλεί συναλλαγματικές, να δανείζει επί ενεχύρω εμπορευμά­των καί ν’ αγοράζει ευγενή μέταλλα Δεν πέρασε πολύς καιρός και το πιστωτικό αυτό χρήμα, που δημιούργησε ή ίδια, έγινε τό νόμισμα, μέ το οποίο ή Τράπεζα της Αγγλίας έδινε δάνεια στο κράτος και πλήρωνε για λογαριασμό του κράτους τους τόκους του δημόσιου χρέους. Και σα να μην ήταν αρκετό ότι έδινε με τό ένα χέρι για να εισπράττει περισσότερα μέ το άλλο. έμενε, ακόμα καί τη στιγμή πού εισέπραττε, αιώνιος πιστωτής του έθνους ως την τελευταία πεντάρα πού είχε δόσει. Σιγά-σιγά έγινε ό αναπόφευχτος φύλακας του μεταλλικού θησαυρού τής χώρας καί το κέντρο έλξης όλης τής εμπορικής πίστης. Τόν ίδιο καιρό πού έπαψαν στην Αγγλία να καίνε μάγισσες, άρχισαν νά κρε­μούν παραχαράκτες τραπεζογραμματίων. Ποια είναι ή εντύπωση πού προκάλεσε στους συγχρόνους τους ή ξαφνική εμφάνιση αυτής της φά­ρας των τραπεζοκρατών, χρηματιστών, εισοδηματιών, μεσιτών, σπεκουλάντηδων καί σκυλόψαρων του χρηματιστηρίου, το δείχνουν τα γραφτά του καιρού εκείνου, λ.χ. του Μπόλινμπροκ.
Μαζί με τα δημόσια χρέη δημιουργήθηκε ένα διεθνές πιστωτικό σύστημα, πού συχνά για τούτον ή για κείνον το λαό αποτελεί μιαν από τις κρυφές πηγές τής πρωταρχικής συσσώρευσης. Έτσι, οι προστυχιές του βενετσιάνικου ληστρικού συστήματος αποτελούν μια τέτια κρυφή βάση του κεφαλαιακού πλούτου της Ολλανδίας, που ή Βενετία της παρακμής τής δάνειζε μεγάλα χρηματικά ποσά. Τό ίδιο ισχύει καί γιά τίς σχέσεις Όλλανδίας καί Αγγλίας. Στίς αρχές κιόλας του 18ου αιώνα έχουν υπερφαλαγγιστεί κατά πολύ οί μανουφακτούρες της Όλλανδίας, πού έχει παύσει νά είναι κυρίαρχο εμπορικό καί βιο­μηχανικό έθνος. Γι αυτό από τό 1701 ώς τό 1776 μια άπό τίς κύ­ριες επιχειρήσεις της Όλλανδίας είναι νά δανείζει τεράστια κεφάλαια ειδικά στον ισχυρό ανταγωνιστή της, την Αγγλία. Κάτι παρόμοιο γί­νεται σήμερα ανάμεσα στην Αγγλία καί τίς Ενωμένες Πολιτείες. Πολλά κεφάλαια, πού εμφανίζονται σήμερα στίς Ενωμένες Πολιτείες χωρίς πιστοποιητικό γέννησης είναι αίμα παιδιών πού μόλις χτες είχε κεφαλαιοποιηθεί στην Αγγλία.
Επειδή το δημόσιο χρέος στηρίζεται στα κρατικά έσοδα, πού οφείλουν να καλύπτουν τις χρονιάτικες τοκοχρεωλυτικές κλπ. πληρω­μές, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα έγινε αναγκαίο συμπλήρωμα του συστήματος των εθνικών δανείων. Τα δάνεια δίνουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση ν’ αντεπεξέρχεται σε έκτακτα έξοδα, χωρίς να γίνεται αυτό αμέσως αισθητό στον φορολογούμενο, μετά όμως άπαιτούν αυξημένους φόρους. Από την άλλη μεριά, η αύξηση των φό­ρων, πού προκλήθηκε με τη συσσώρευση απανωτών δανείων, αναγ­κάζει την κυβέρνηση σέ κάθε περίπτωση καινούργιων έκτακτων εξό­δων νά καταφεύγει διαρκώς σε καινούργια δάνεια. Ετσι, τό σύγχρο­νο φορολογικό σύστημα, πού άξονας του είναι οι φόροι στά πιο αναγκαία μέσα συντήρησης (επομένως και το ακρίβαιμά τους), κρύβει μέσα του το σπέρμα της αυτόματης προοδευτικής αύξησης. Η υπερφορολόγηση δεν είναι επεισόδιο, αλλά μάλλον αρχή. Γιαυτό σιήν Όλλανδία, όπου πρωτοεγκαινιάστηκε το σύστημα αυτό, ό μεγάλος πα­τριώτης Ντε Βίττ τό εξύμνησε στα «Αξιώματα» του καί τό χαρακτή­ρισε σαν τό καλύτερο σύστημα για νά γίνει ό εργάτης υπάκουος, λι­τοδίαιτος, φιλόπονος και… γιά νά παραφορτωθεί μέ δουλιά. Ωστό­σο, ή καταστρεπτική επίδραση πού άσκεί στην κατάσταση των μι­σθωτών εργατών μας ενδιαφέρει εδώ λιγότερο από τή βίαιη απαλλο­τρίωση του αγρότη, του χειροτέχνη, με δυό λόγια όλων των συστατι­κών μερών τής μικρής αστικής τάξης, πού προκαλεί. Πάνω στό ζή­τημα αυτό δεν υπάρχουν δυό γνώμες, ούτε ακόμα καί στους αστούς; οικονομολόγους. Η απαλλοτριωτική αποτελεσματικότητα του φορολο­γικού συστήματος εντείνεται επιπλέον με το προστατευτικό σύστημα, πού αποτελεί ένα άπό τά συστατικά του μέρη.
Ο μεγάλος ρόλος, πού το δημόσιο χρέος και το αντίστοιχο του φορολογικό σύστημα παίζουν στην κεφαλαιοποίηση του πλούτου και στην απαλλοτρίωση των μαζών, ώθησε πλήθος συγγραφείς, όπως τον Κόμπετ, τον Ντάμπλνταιη και άλλους, να κάνουν το λάθος ν αναζη­τούν σ’ αυτό τη βασική αίτια της αθλιότητας των σύγχρονων λαών.
(Κ. Μάρξ, Κεφάλαιο, Τόμος Ι, σ. 779-781).
«…Αντίθετα η ομάδα της αστικής τάξης που κυβερνούσε και νομοθετούσε με τα κοινοβούλια, είχε ΑΜΕΣΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ στη καταχρέωση του κράτους. Το κρατικό έλλειμμα, αυτό ήταν ίσα – ίσα το καθαυτό αντικείμενο της κερδοσκοπίας της και η κύρια πηγή του πλουτισμού της. Κάθε χρόνο κι από ένα νέο έλλειμμα. Ύστερα από κάθε τέσσερα – πέντε χρόνια κι από ένα νέο δάνειο. Και κάθε νέο δάνειο πρόσφερε στη χρηματική αριστοκρατία μία καινούργια ευκαιρία να κατακλέβει το κράτος, που κρατιόταν τεχνικά στο χείλος της χρεωκοπίας – και που ήταν υποχρεωμένο να διαπραγματεύεται με τους τραπεζίτες κάτω από τους ποιο δυσμενείς όρους. Κάθε νέο δάνειο της πρόσφερε μιαν ακόμη ευκαιρία να καταληστεύει με χρηματιστηριακές επιχειρήσεις το κοινό που τοποθετούσε τα κεφάλαια του σε κρατικά ομόλογα και που στα μυστικά τους ήταν μπασμένες η κυβέρνηση και η πλειοψηφία της Βουλής.»
K. Mαρξ, «Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία 1848-1850»

28 Οκτωβρίου 2011

O συγχωριανός μου ο Βασίλης Λούλης... από την Κούμη...

Αυτό το κείμενο το βρήκα στο δίκτυο από μια πολύ σπουδαία ιστοσελίδα που ανακάλυψα...



http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/loulhs_telos.htm



Είχα πάει στα εγκαίνεια του βιβλιοπολείου του ΦΑΡΦΟΥΛΑ και εκεί ο ιδιοκτήτης, ο φίλος Διαμαντής μου έδωκε ένα τεύχος του περιοδικού ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ που είχε αφιέρωμα στον Κουμιότη ΒΑΣΙΛΗ ΛΟΥΛΗ.
Με τον συγγραφέα αυτό μας δένει ένα αόρατο νήμα... Λατρεύουμαι την Κύμη μισούμαι την αποκοτιά τους... Τες πάντων...

Το κείμενο αυτό το αφιερώνω στην μνήμη της γυναίκας του ΑΜΠΑΤΙΕΛΟΥ.... αυτής που έδωκε σφαλιάρα στην Φρειδερίκη στην Ιγκλατέρα.
Το αφιερώνω στην μνήμη του Πυθαρούλη, που ενώ δεν τον ήξερα γνώρισσα όμως την σύντροφό του για μια φορά ... και ήταν αρκετή...
Στον άγνωστο ναύτη που γνώρισσα το 1982 στο Ιπποκράτειο που ενώ χαροπάλευε δίπλα από τον πατέρα μου.... μου εξιστορούσε τους αγώνες της ΟΙΕΝΟ....
Το αφιερώνω στους χιλιάδες άγνωστους ήρωες της ΟΙΕΝΟ με τα σοβιέτ της πλώρης... στα χιλιάδες λασκαρεμένα μυαλά εξ αιτίας του φόβου της τορπίλας...
Το αφιερώνω στους Κουμιώτες που πάλεψαν στα καράβια, και πήγαν στο "παραπέτασμα" στους εκατοντάδες ναυτικούς που πέθαναν ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, με την ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ματιά, χωρίς χαρτιά στις Αργεντίνες, στα Κάρντιφ, στην Αμέρικα.... και ανάμεσά τους ο θείος που έστελνε κομμουνιστικές εφημερίδες τυλιγμένες μέσα στα ρούχα μετά την κατοχή... όπως μου έλεγε ο συντηριτικός πατέρας μου....

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΦΕΥΓΟΥΝ ΜΕ ΟΝΕΙΡΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΥΡΙΟ...




Πρόκειται για το πρώτο διήγημα του συγγραφέα, που το έστειλε το 1947 στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» με το ταχυδρομείο, όντας άγνωστος.
Το χαρακτικό είναι της Βάσως Κατράκη. Ευχαριστώ τον Γιάννη Π. για την πληκτρολόγηση.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΟΥΛΗΣ

ΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΖΩΗΣ

… Είπα… είπα… είπα…
Αν απ’ όλους τους ναυτεργάτες που δουλέψανε στον πόλεμο τα καταφέρνανε λιγοστοί, παίζοντας τη ζωή τους κορώνα γράμματα, τέσσερα χρόνια, να ψευτονοικοκυρευτούνε, με κάνα καϊκάκι ή μαγαζάκι, πόσ’ είναι κείνοι που βρήκαν το θάνατο στα νερά του Ντόβερ, του Μπρίστολ Τσάνελ, του κόρφο Λέων;
Τους είπα για κείνους που ’μειναν μισότρελοι ως τα σήμερα ’πό την αντάρα της τορπίλας την αναπάντεχη, ’πό το ξαφνικό πέσιμο στη θάλασσα την παλλόμενη.
Τους θύμισα τα περίπολα που γύριζαν τα βράδια στις ταβέρνες του Κάρδιφ, του Νιούπορτ και Σιλς κι όποιος Γραικός, Σπανιόλος δεν ήθελε να μπαρκάρει μονοβραδιά με τον καρβουνά[1] που πήγαινε για τη Χάβρη, για το Μπορντώ, για τη Γένοβα, έφευγε την ίδια ώρα με το τρένο για τα σκοτσέζικα βουνά να κόβει ξύλα.
Τους μίλησα για κείνους τους άλλους τους πολλούς, γι’ αυτούς που σέρνουν την άθλιά τους ύπαρξη ως τα τώρα στους ντόκους, στα μουράγια…
Γι’ αυτούς που το καταραμένο μάλαμα, που πέρασ’ απ’ τα χέρια τους, τους άφησε για μόνη κληρονομιά το πάθος του πιοτού.
Πίνανε πολύ τότες.
Πίναν στο πέλαγο για ξεχάσουν· να κοιμίσουν το φόβο που τους έδερνε.
Πίναν στα λιμάνια για να πανηγυρίσουνε το γλιτωμό.
Απόψε στα ήσυχα, στα σίγουρα και ζεστά… αύριο ποιος ξέρει…
- Σούζη, Πωλέτ, Μαρία, βάλτε να πιούμε, μ’ άδεια ποτήρια θα χαζεύουμε; Βάλτε να πιούμε, βάλτε, τσίριοπ, εβίβα, α σαντέ…
Και πίνανε ολοένα, πίνανε κάσες το τζιν και τ’ ουίσκι στο βαπόρι, στο πέλαγο, βαρέλια η μπίρα στο λιμάνι.
Λόγια σταράτα, καθαρά.
Τους μίλησα για χαροκαμένες μάνες, για παιδάκια με μαύρες ποδιές, για δεκανίκια, στραπατσαρισμένα μούτρα, για μάτια δίχως φως.
Μάλλιασ’ η γλώσσα μου, μα πού ν’ ακούσουνε.
… Εδώ, γιε μου, θ’ ανοίξει τις κάσες της η Ινγκλιτέρα και θα τρέξει το φλουρί ποτάμι. Καβαλάρηδες[2] λαμπεροί, κουδουνιστοί, που δε θα τους χωρά η χούφτα σου και θ’ απλώνεις τη σκούφια σου να τους ρίξει ο καπετάνιος σαν θα τελειώνει με το καλό ταξίδι. Θα τραγουδάνε γκλιν, γκλιν, γκλιν όπως θα τους μετράει έναν έναν και που θα τους βλέπεις και θα τους ακούς, θα τα ξεχνάς όλα, τορπίλες και φόβους και τρομάρες…
Αμή ’πό φαΐ, ’πό φαΐ, κει θα ’ναι για να ’ναι κοτόπουλο και διάνο μωρέ, μεσημέρι, βράδυ κοτόπουλο, κοτόπουλο κάθε μέρα και σβίγγοι[3] και ρυζόγαλα και λουκουμάδες.
Τι μου λες να μιλήσω, να φωνάξω για φαΐ τώρα;
Χέρι που δε μπορείς να το δαγκάσεις να το φιλάς, ρε… Τότε μάλιστα, θ’ ακουστεί και μένα ο λόγος μου…
Δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο, τον πνίγει τ’ όραμα. Λάμπουνε τα τσιμπλιάρικα μάτια, τρέμουν τα σαγόνια, τρέχουνε τα σάλια… Ε ρε και να ’τανε τούτη δα η ώρα.
- Μίλα ντε, ρε! λέει ο Διαμαντής. Βουβάθηκες τώρα; ’Γώ να ζήσω, μωρέ, και δε πα να γίνει ο κόσμος όλος στάχτη! Ποιος μωρέ, με συλλογιέται μένα τώρα που πεθαίνω δις την ώρα;
Τώρα παίρνει το λόγο ο Παναγής:
- Μένα μου φτάνει μόνο να συλλογιέμαι τ’ άλλο, που θα με παρακαλάνε να μπαρκάρω.
Ακούς, λέει, να ’ρχεται ο καπετάνιος, να σε βρίσκει στον καφενέ και να σου λέει: «Έλα, Παναγή, με το βαπόρι μου και θα περάσουμε καλά, θα δεις τι καλά που θα περάσουμε.» Ε, ρε Χριστέ, μεγαλεία…
Εφτά μήνες πέρσι ξέμπαρκος στον Περαία, της μάνας μου το γάλα βλαστήμησα. ’Πό γραφείο σε γραφείο ’πό μεσίτη σε μεσίτη, ’πό γαλονά σε κομματάρχη. Κι από την πρώτη μέρα να σου λένε όλοι τους καλά κι εντάξει, μείνε ήσυχος, και περνούν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες, τρυπάει το παντελόνι, σ’ αφήνουν γεια τα παπούτσια, και να μην έχεις δεκάρα για καφέ, μα ούτε για νερό το καλοκαίρι…
Να γίνει πόλεμος, να γίνει…
Να κάθουμαι στον καφενέ στην Τρούμπα και να ’ρτει όχι μόνο ο καπετάνιος, μα κι ο κύριος Λάκης κι ο κύριος Μίμης του γραφείου, αυτά τ’ αχόρταγα σιχαμερά σκουλήκια και να μου πουν:
- Πήγαινε, Παναγή, με το βαπόρι μας και το γραφείο μας δε ’ναι σήμερα μονάχα, και για γραβάτες και κάλτσες και πουκάμισα και πούρα, τσιμουδιά, μόκο… Να ’ρτει τ’ αφεντικό το ίδιο και ’γώ να ξαπλώσω την αρίδα μου σε τρεις καρέκλες και ν’ αποκριθώ: «Να σε κεράσω καφεδάκι, αφεντικό ή γουστάρεις τίποτ’ άλλο; Για μπάρκο τι να σου πω, με ζητάν σε τρία τέσσερα βαπόρια.»
Να το δω με τα μάτια μου, να τη ζήσω μια τέτοια μέρα, κι ύστερα στάχτη και κουρνιαχτό… στο διάολο όλα…
Οι άλλοι, που άκουγαν σιωπηλά ως τα τώρα ξέσπασαν σε γέλια. Γεια σου, Παναγή, μπράβο, Παναγή… Νταγκ νταγκ, νταγκ νταγκ.
Σκάντζα βάρδια[4].
Τιμόνι έχω δέκα – δώδεκα, κι αφού πήρα βόλτα την κουβέρτα, κάθομαι σε μια γωνιά μονάχος.
Γαλήνια η θάλασσα, καθάριος ο ουρανός με τ’ άστρα του και το φεγγάρι.
… Έτσι ’ναι… Κάποιο ήσυχο βράδυ σαν κι αυτό θα μας δώσει ο ασύρματος το χαρμόσυνο άγγελμα. Θα γίνει πόλεμος… Είναι τόσοι Διαμαντήδες πάνω στον κόσμο τούτο…
- Σας θέλ’ ο καπετάνιος, να πάτε στο σαλόνι, παιδιά, φωνάζ’ ο καμαρότος ’πό την πόρτα και φεύγει τρεχάτος. Είναι στις φούριες του.
Τα ξέρομε, τα μάθαμε τα νέα…
Μπαίνομε ένας ένας στο σαλόνι και βγάζομε τις σκούφιες μας, είν’ εκεί κι οι γραμματικοί κι οι μηχανικοί, δε λείπει κανένας, κι ο καπετάν Πιτζάμας στρογγυλοκάθισε στη γυριστή πολυθρόνα του, με τα δυο μεγάλα δάχτυλα φερμαρισμένα στις μασχάλες του γιλέκου και τα οχτώ χτυπάνε ταμπουρά στα στήθια. Δεξιά του οι γραμματικοί, αριστερά του οι μαστόροι και μεις ολόρθοι γύρα τους με τις λερωμένες ’πό μπογιές και κάρβουνα σκούφιες μας στο χέρι.
- Καλώς τους, καλώς τους, μέλι στάζ’ η γλώσσα του ’πόψε, ύστερα προστάζει μεγαλόπρεπα:
- Σπανέ, κέρασέ μας.
- Σας κάλεσα, γιατί έχω να σας αναγγείλω μια ευχάριστη είδηση, μια πολύ ευχάριστη είδηση.
Λέει ένα σωρό λόγια, πολλά λόγια…
- Τώρα που πιαστήκανε οι μεγάλοι, μεις οι μικροί ένα πράμα μόνο να κοιτάξουμε, πώς να τους πάρουμε πιο πολύ χρήμα, η ευκαιρία να μην πα χαμένη σαν την άλλη φορά, να βάλουμε μυαλό να σφίξουμε τα χέρια μας, να δούμε και μεις οι φτωχοί Θεού πρόσωπο. ’Πό τ’ άλλα ας βγάλουνε σβέρκο συναμετάξυ τους οι μεγάλοι, μάς να μην πειράξουνε, να μας αφήσουν να κοιτάξουμε τη δουλειά μας…
Λέει ακόμα, λέει, σαν πατέρας μάς ορμηνεύει τόση ώρα. Διπλός μιστός απ’ αύριο, δηλαδή μας εξηγεί εκατό τα εκατό αύξηση κι ακόμα θα δουλέψουμε μεις στη φόρτωση μια λίρα έξτρα την ημέρα.
Λεφτά, λεφτά, θα γεμίσει και μας η τσέπη μας τούτη τη φορά.
- Καλά κέρδη! φωνάζ’ ο Διαμαντής.
- Βοήθειά μας ο Άγιος Νικόλας! λέει ο πρώτος με κατάνυξη.
- Κι η χάρη του ο Άγιος, μουρμουρίζει ο λοστρόμος.
Σηκώνουν όλοι τα ποτήρια τους και ’γώ θέλω να φωνάξω:
- Αδέρφια, σταθείτε! Σκεφτείτε μια στιγμή λοιπόν!
Μα σύγκαιρα μια μυστική φωνή μου ψιθυρίζει:
- Πρόσεχε, πρόσεχε, κάθε σου λέξη πρόσεχε, δε ’ναι καιρός για λόγια τώρα.
Κάτι στάθηκε στο λαρύγγι μου και το ’φραξε, στα μάτια μου μπροστά ένα θάμπος σαν σε πούσι, κι ο καπετάνιος κατάλαβε, με κοιτάζει, ξέρει, είναι τόσοι σμπίροι[5] μπροστά στην πλώρη.
Σηκώνω το ποτήρι μου και ’γώ και τ’ αδειάζω μονορούφι. Μολάει Σκότς κι όχι βαφτισμένο, όπως κάθε Χριστούγεννα και Λαμπρή, αγνό πράμα που το πίνεις και πετάγονται τα μάτια σου όξω.
Χαμογελάω, χτυπάω τη γλώσσα μου, πράμα του κερατά.
Χαμογελά κι ο καπετάν Πιτζάμας τώρα και τα ματάκια του μου λένε:
- Έτσι μπράβο ντε, μη μου κάνεις το ζόρικο, γιατί σε λιώνω στη στιγμή· σαν σκουλήκι σε λιώνω…
- Ρε Σπανούλιακα, βάλε μας κι άλλο, μωρέ…
Όμως… Του λόγου του ήταν ’δώ και τέσσερις μήνες, στο περασμένο ταξίδι, π’ έλεγε στους θερμαστές πως δεν έκοψε το πιοτό, ένα τόσο δα ποτηράκι κάθε βάρδια στις ζέστες, κι αυτό μισό και μισό, για λόγους οικονομίας, αλλ’ επιδιώκει την κατάργηση του ολεθρίου εθίμου.
Βγαίνανε ’πό το στόκολο[6] τότες βρεμένοι σαν να ’χαν πέσει στη θάλασσα, έτσι με τη φανέλα και το σώβρακο, μα ’ταν ίδρωτας κείνος.
Μόλις πατούσαν στην κουβέρτα[7], ξάπλωναν, πέφτανε κατάχαμα και κοίταζαν τον καπνό της καμινάδας π’ ανέβαινε ίσος τον ανήφορο σαν λαμπάδα. Ούτε να βρίσουνε πια δεν είχανε κουράγιο. Μόνο στα μάτια τους π’ άσπριζαν παράξενα, όπως ήταν τα μούτρα τους κατάμαυρα, έλαμπε κάτι ακόμα σαν βλαστήμια, σαν κατάρα. Τέσσερις μέρες έκανε να φυσήξει, τέσσερα μερόνυχτα το θερμόμετρο κάτω στη μηχανή στάθηκε στα εκατόν σαράντα[8].
Κι ήταν το κάρβουνο χώμα και τα τούμπα φραγμένα και κατσέλο[9] η μηχανή να σπάσει, προκάναμε δεν προκάναμε.
Φτυάρι, λοστό, ρασκέτα[10], και τα μάτια στο γράδο[11], ακόμα ν’ ανέβει. Και ξανά ρασκέτα, λοστό, φτυάρι και πάλι φτου, λοστό, ρασκέτα.
Τότες ο καβγάς ήταν για ’να ποτηράκι, σύμφωνα με τη συνήθεια. Μα σήμερα, τέτοια μέρα…
- Βάλε κι άλλο, ρε Σπανέ, φέρε την κάσα μαζωμένη να την πιούμε:
- Γεια μας, παιδιά μου, γεια μας…
- Ζήτω ο πόλεμος, ζήτωωωωω…

Έρημη η πλώρη ’πόψε, μονάχος σουλατσάρω στην πλωριά χαβούζα. Μια παρέα κορίτσια περνά ’π’ έξω, κοντά στο βαπόρι. Είν’ όλες μεθυσμένες και τραγουδάνε: Ιτς ι λόγκουε το Τιπερέρι…
Το παλιό τραγούδι των περασμένων, ’δώ και είκοσι πέντε χρόνια, μα δε γίνεται, αύριο μεθαύριο θα βγει κανένα καινούργιο. Τόσος ενθουσιασμός δεν μπορεί να πάει χαμένος, κάποιον θα εμπνεύσει.
Ανέβηκαν πάνω και πιάσανε κουβέντα με το γραμματικό και με το μάγειρα κάτω ’πό τη γέφυρα, αυτές ούτ’ απόψε δε βγήκανε έξω, μα φαίνεται πως είναι πολλές γιατί μια κατεβαίνει τα σκαλιά της χαβούζας κι έρχεται κατά την πλώρη. Είναι τύφλα, αλλού πατά κι αλλού βρίσκεται. Σαν δεν πέσει, λέω ’γώ, να φάει τα μούτρα της…
Ζυγώνει, αδιάβροχο καουτσούκ, καπέλο, υποδήματα το ίδιο, λες κι είν’ έτοιμη να βγει στη γέφυρα για βάρδια.
- Καλησπέρα μπόι…
- Πήγαινε, άσε με μόνο…
Στέκεται και με κοιτάζ’ αμίλητη, λες και της έφυγε όλο το μεθύσι στη στιγμή.
Διαολίζομαι.
- Πήγαινε στ’ ανάθεμα λοιπόν! και τραβώ να μπω στην πλώρη.
Στο σκοτεινό διάδρομο ένα χέρι ακουμπά στον ώμο μου, και μια φωνή.
- Κάμαραντ…
Ε;;; Γυρίζω και την τραβώ μέσα στην πλώρη στο φως με λαχτάρα. Ακολουθεί με σταθερό βήμα.
Έν’ αγνό και σοβαρό πρόσωπο και δυο μάτια που με κοιτάζουν μ’ εμπιστοσύνη.
Χέρια δουλεμένα, όχι βαμμένα νύχια, δε ’ναι μεθυσμένη, δε ’ναι.
- Λοιπόν;…
Αυτό ήταν όλο, τίποτ’ άλλο δεν μπόρεσα να πω.
Έριξε τη ματιά της ολόγυρα στην πλώρη κι ύστερα έσκυψε κι έβγαλε ’πό τα υποδήματα ένα μάτσο χαρτιά. Τ’ άρπαξα.
«Συνάδελφοι, Έλληνες ναυτεργάτες, μη δουλέψετε στη φόρτωση, δε σας ζητούμε τίποτ’ άλλο…»
Πέταξ’ η λαχτάρα.
«Συνάδελφοι, Έλληνες ναυτεργάτες…». Διαμαντή, Γεράσιμε, Λινάρδο…
- Πού μπορώ να σε δω αύριο το βράδυ, είν’ ανάγκη να με πας σ’ αυτούς που σ’ έστειλαν, πες μου πού θα σε βρω, την ξέρω την πόλη, έχω ξανάρθει.
Σκοτείνιασε το φωτεινό της βλέμμα, φοβάται, υποψιάζεται, στέκεται και με κοιτάζ’ αμίλητη, μετανοιωμένη.
Βιαστικά, νευρικά, ανοίγω τη βαλίτσα μου και βγάζω και ’γώ τώρα κάτι χαρτάκια. Ήταν το βιος μου ως τα χτες, μα σήμερα μου φαίνονται παλιόχαρτα για γέλια.
- Πλατεία Βικτωρίας, εφτά η ώρα, πίσω ’πό τ’ άγαλμα, καληνύχτα!
Μου ’δωσε το χέρι και μόλις βγήκε στη χαβούζα άρχισε το τραγούδι και τα παραπατήματα.
Πίσω της βγαίνω και ’γώ και κάθομαι πάνω στις μπουκαπόρτες τ’ αμπαριού.
Περνούν πάλι μπροστά μου τα κορίτσια φεύγοντας. Ου, ου, ου, καληνύχτα…
Καληνύχτα, καληνύχτα, λέω μέσα μου, στο καλό, παιδιά μου, στο καλό.
Κάθομαι πολλή ώρα, έτσι δα, χωρίς να συλλογιέμαι τίποτα. Μόνο κάπου κάπου ένα χτύπημα, σαν ’πό ματσόλα[12], μου ’ρχεται γκουπ κατακέφαλα.
Εφτά η ώρα, πλατεία Βικτωρίας…
Περνά κάμποσο και πάλι η ματσόλα γκαπ, Βικτώρια σκούερ σίβεν κλοκ…

Ψιλή βροχή, πούσι, πότε πυκνό πηχτό, που δε σ’ αφήνει ν’ ανασάνεις, πότε ανάριο διάφανο, π’ αφήνει να φαίνεται κάτι σαν ουρανός, μια υπόνοια ήλιου. Περίπολα στον ντόκο[13], λίγοι εργάτες στο βαπόρι.
Μεις, ναύτες και θερμαστές και καρβουνιάρηδες, δεκαοχτώ νομάτοι όλοι, δουλεύουμε σ’ ένα αμπάρι και σ’ άλλο ένα δουλεύουνε απεργοσπάστες.
Η πόστα αργεί πολύ κι ο Διαμαντής είν’ όλο χαρά γι’ αυτό, λογαριάζει να κλείσουμε το μήνα στη φόρτωση όπως πάμε. Ένα σωρό λίρες, έπρεπε να δουλεύουμε ένα χρόνο για τριάντα λίρες, και τι καλή αρχή που κάνομε, ένα μήνα γράφομε στα… τα υποβρύχιά τους.
Μεγαλείο… μεγαλείο…
«Συνάδελφοι, Έλληνες ναυτεργάτες, μη δουλέψετε στη φόρτωση…»
Χαρτιά… χαρτιά… λόγια… λόγια… Σχολάσαμε.
Όπως μου ’πε, κάθεται και περιμένει. Πασκίζω να πάρω το πρεπούμενο για την περίσταση ύφος και ζυγώνω, κρεμιέται με χαρές μονομιάς πάνω μου και ξεκινάμε. ’Πό τη γωνιά ένας πολιτσμάνος μας κοιτάζει με χαμόγελο γενναιόδωρης συγκατάβασης. Αυτοί οι πλέντυ Γκρέκηδες, θα συλλογιέται, ’κόμα δεν άρχισε ο πόλεμος κι αρχίσαν τα δικά τους… Περνάμε ’πό γνώριμα σοκάκια.
Αυτό το Όσμπορν στριτ το θυμάμαι καλά, ’δώ και εξ χρόνια ξαναπέρασα μια νύχτα χειμωνιάτικη ύστερα ’πό το τάιμ πλιζ[14], με μια γυναίκα στο πλευρό μου.
Το θυμάμαι κι αναγουλιάζω και ντρέπομαι, λέω πως η κοπέλα τούτη, π’ έχω στο πλευρό μου τώρα, τα ξέρει αυτά και ντρέπομαι για τα τοτινά χάλια μου.
Ωστόσο τι έφταιγα;
Είχαμ’ έρτει ’πό σαράντα τρία μερόνυχτα ταξίδι.
Τέτοιο ταξίδι δε μου στάθηκε άλλο, ούτε να μου ξαναλάχει.
Με το που ξεμπουκάραμε ’πό το ποτάμι[15], μας περίλαβε ο σορόκος[16] κι ο λεβάντες[17] ’κεί κάτω στο Καπ Πολόνι και στα Σάντα Καταλίνα.
Κοντά μια βδομάδα η πλώρη πάνω στον καιρό τραβέρσο[18]. Ύστερα, σαν ψηλώσαμε λιγάκι, μας βάρεσε κατακέφαλα ο ήλιος των τροπικών ’πό το Κάβο Φρίο ως το Σαν Βίντσο. Άναβ’ η λαμαρίνα.
Μέρες γεμάτες βάσανο ’πό τη δουλειά και τη ζέστη και νύχτες μ’ οράματα, δίχως δροσιά, χωρίς ύπνο.
’Πό τη Μαδέρα και πάνω άρχισε πουνέντες[19], μαΐστρος[20] κι η κρύα τραμουντάνα[21].
Γκέιλ έδινε η Μαδέρα, γκέιλ η Λιμπόνα, γκέιλ κοπανούσανε είκοσι μερόνυχτα όλ’ οι σταθμοί, ώσπου φτάσαμε καμιά φορά σε τούτο το λιμάνι. Άσπρα τ’ άλμπουρα, άσπρη η καμινάδα, άσπρα και τα βλέφαρά μας ’πό τ’ αλάτια…
Κι έτσι κείνη τη βραδιά, ξαφνικά, σαν να ’ταν να μην τελείωνε ποτέ κείνο το κακό με τα κύματα τα μανιασμένα, περπατάς ξένοιαστος χωρίς να κρατιέσαι ’πό πουθενά, χωρίς να φοβάσαι μη σ’ αρπάξει κάνα κύμα.
Ήσυχος, στεγνός, ξένοιαστος…
Ήταν η πρώτη γυναίκα κείνη τη βραδιά που με κοίταξε χαμογελώντας…
Δεν περίμενα για πιο καλή, δεν μπορούσα να περιμένω, δεν είχα πιάσει τα τριάντα ’κόμα… Μόνο το πρωί που ξύπνησα ένιωσα τι θα πει αηδία σ’ όλο της το βάθος και το πλάτος.
Ως τα σήμερα που το θυμάμαι, αναγουλιάζω…
Μια μικρή κάμαρη μισοσκότεινη, με μόνο μόμπιλα δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι κι εξ εφτά άνθρωποι που με κοιτάζουν αυστηρά χωρίς να μιλούνε.
Κατεβάζω το κεφάλι. «Δουλέψαμε, μουρμουρίζω ντροπιασμένος, δουλέψαμε, δεν μπορεί να γίνει τίποτε ’π’ αυτή τη μεριά, τα λεφτά, τα λεφτά, οι λίρες σας…»
Ύστερα σηκώνω ψηλά το κεφάλι και φωνάζω:
- Πείτε μου τι μπορώ να κάνω, τι μπορεί να γίνει; Για όλα είμ’ έτοιμος.
Λόγια, πολλά λόγια…
Όχι ανθρώπινα θύματα… Αν μπορούσα να το σκαρώσω σε κάνα βράχο… μ’ ανθρώπινα θύματα όχι…
Λόγια, πολλά λόγια… Τι χρειάζονται τόσα λόγια σήμερα; Δυναμίτες χρειάζονται, δυναμίτες.
Γυρίζω στους δρόμους. Ο καπετάν Πιτζάμας έχει δίκιο, κάτι ξέρει ’πό πολιτική.
Μεθυσμένοι, χιλιάδες μεθυσμένοι, άντρες, γυναίκες μεθυσμένοι.
Δεν τρέχει μόνο ο παράς στους δρόμους, μαζί του τρέχει κι η μπύρα και τ’ ουίσκι και το τζιν. Ανοίξανε δουλειές, κουνιέται το εμπόριο, τρώει ο κοσμάκης ψωμί…
Και τα κόκαλα των ομοίων του.
… Κύριε, Παντοδύναμε!
Κάποτε ντράπηκα, Κύριε, γιατί ’μαι Ρωμιός, ντράπηκα γιατί ’μαι ναύτης.
Μα ’πόψε, Κύριε, ντρέπουμαι γιατί ’μαι ένα ’πό τα φτωχά, τα ελεεινά πλάσματα, τα κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σου…
Χαράματα γυρίζω στο βαπόρι.
Πέρα, μακριά στο πέλαγο, το καραβοφάναρο κάθε δυο λεφτά βγάζει τρία μουγκανητά, λες κι είναι κάποιο μοσχάρι που ζητά τη μάνα του στα λιβάδια…
Σβήνουν οι φάροι.
Δίχως φανάρια της γραμμής και το τσιγάρο απαγορεύεται στην κουβέρτα τώρα.
Ένας μαύρος όγκος το καράβι τώρα στη σκοτεινή απέραντη θάλασσα, κι ένα μαύρο σημαδάκι ’γώ στην κουβέρτα του…
Και πάμε ολοένα, πάμε…
Ταμ ταμ τα, ταμ ταμ τα, ταμ ταμ τα, τραγουδά μερόνυχτα η προπέλα.
’Κεί κάτω αρχίσανε, βιάζονται, μας περιμένουν.
Τους πάμε ’π’ όλα τα καλά.
Λογιών, λογιών οβίδες. Οβίδες που βγάζουνε μάτια, που καίνε πλεμόνια, που γκρεμνίζουν κάστρα, π’ ανάβουνε φωτιές.
Τους πάμε και ντουφέκια και φτυάρια και κασμάδες.
Χρειάζεται πολύ σκάψιμο η γη, μεγάλοι λάκκοι πρέπει ν’ ανοιχτούνε.
Κοιτάζω ψηλά τα σύννεφα που τρέχουνε.
Σε λίγο το φεγγάρι λευτερώνεται ’π’ αυτά κι η σκοτεινή, η μαύρη θάλασσα γίνηκε ασημένια.
… Να μπορούσα ν’ ανάψω τώρα ένα τσιγάρο, το τελευταίο μου τσιγάρο στην κουβέρτα, κοιτώντας το φεγγάρι…

Έτοιμα όλα, δεν έχω παρά να βάλω φωτιά στη μίτζα[22].
’Δώ να, δίπλα μου, κοιμούνται εξ εφτά άνθρωποι ξένοιαστοι, στο στόκολο οι θερμαστές, στη γέφυρα ο γραμματικός, ο Διαμαντής, ο καπετάν Πιτζάμας…
Τ’ αθώα μου θύματα.
Σαν να βλέπω τ’ άρθρα στις εφημερίδες, τα μνημόσυνα στον Πειραιά, τους δεκάρικους λόγους.
…Έλληνες ναυτικοί, πέσατε σεις πρώτοι στον ιερόν υπέρ πάντων αγώνα…
Ποιος ιερός αγώνας, αφού ’μαστε ουδέτεροι;
Μα δεν έχει να κάνει…
Θα πούνε και θα γράψουνε οι κήρυκες του καλού και του δικαίου, θα φρονηματίσουν το λαό, ως πότε θα ’μαστε ουδέτεροι.
… Μα τι πάω να κάνω;
Τόσοι άνθρωποι… Πόσοι ’ναι παντρεμένοι;… Μετράω, λογαριάζω, παιδιά, γυναίκες, μάνες…
Και τούτα που πάμε, πόσες χιλιάδες θα στείλουνε στον άλλο κόσμο;… Πόσες; Αυτούς δεν μπορώ να τους λογαριάσω, δεν ξέρω, δεν τα καταφέρνω, για δεν έχουνε κείνοι παιδιά, γυναίκες, μάνες;
Ρίχνω την τελευταία ματιά στον ουρανό, λέω αντίο στη θάλασσα…
…Σκλάβοι, δούλοι ’πό κούνια…
Είκοσι χρόνια σας δεχόντουσαν στο σπίτι τους σαν αδύνατα σκλαβωμένα αδέρφια που δεν μπορούν να σπάσουν τα δεσμά τους.
Είκοσι χρόνια σας δεχόντουσαν νηστικοί, μα περήφανοι και σας δείχναν το δρόμο του Λυτρωμού.
Μα σεις, σκλάβοι, άκαρδοι κι άμυαλοι, τίποτα δεν είδατε, τίποτα δε νοιώσατε.
Στις τίμιες μπλούζες τους, δείχνατε τα γιαπωνέζικά σας πουκάμισα και κασκόλ οι μπιτσικόμηδες[23], τα λιγδιασμένα κουρέλια σας οι νοικοκυραίοι.
Σκλάβοι άκαρδοι κι άμυαλοι, κορτάκηδες ηλίθιοι, σιχαμένοι δεκαρολόγοι σταθήκατε σ’ όλα σας τα ταξίδια σ’ ολάκερη τη ζήση σας.
Τώρα τους πάτε το θάνατο, για λίγα δράμια μάλαμα, κάλπικο μάλαμα.
Μα δε θα σώσετε να πάτε, δε θα προκάνετε να πάτε…
Αντίο, λαμπερέ Ωρίωνα, Μπέι[24] αγαπημένο, έχε γεια.
Ήταν βαθιά μεσάνυχτα…
Πέρα μακριά στις πολιτείες τους οι άνθρωποι κοιμόντουσαν όλοι ήσυχοι τον ύπνο των δικαίων.
Κανείς δεν άκουσε τίποτα…
Τίποτα κανείς δεν είδε…
s/s «Νίκος», Ατλαντικός, 1935


[1] Φορτηγό βαπόρι που μεταφέρει όλο κάρβουνο.
[2] Χρυσή λίρα με τον Άγιο Γεώργιο.
[3] Γλύκισμα παρόμοιο με τους λουκουμάδες.
[4] Αλλαγή βάρδιας.
[5] Αστυνομικός υπάλληλος· πρόσωπο που εκτελεί εντολές άλλου, συνήθως σε βάρος τρίτων.
[6] Λεβητοστάσιο.
[7] Το κατάστρωμα του καραβιού.
[8] Προφανώς υπολογίζει τη θερμοκρασία σε βαθμούς της κλίμακας Φαρενάιτ που ισοδυναμούν σε 60ο C.
[9] Προθεσμία φόρτωσης
[10] Ξύστρα. Σημ. Η ρασκέτα, το φτυάρι κι ο λοστός ήταν τα εργαλεία των θερμαστών.
[11] Το πυκνόμετρο.
[12] Μεγάλο ξύλινο σφυρί που μεταχειρίζονται οι καλαφάτες.
[13] Προκυμαία.
[14] Το υποχρεωτικό κλείσιμο της ταβέρνας, προπολεμικά στις 22.15.
[15] Ο ποταμός Ρίο ντε λα Πλάτα της Αργεντινής.
[16] Νοτιοανατολικός άνεμος.
[17] Ανατολικός άνεμος.
[18] Αναγκαστική πορεία σε περίπτωση μεγάλης θαλασσοταραχής κόντρα στη διεύθυνση του ανέμου για να αποφύγει το πλοίο τα χτυπήματα των κυμάτων στα πλευρά.
[19] Δυτικός άνεμος.
[20] Βορειοδυτικός άνεμος.
[21] Βόρειος άνεμος.
[22] Μίζα.
[23] Ναυτεργάτες-αλήτες που γυρίζουν από βαπόρι σε καντίνα κι από καντίνα σε βαπόρι, δίχως σπίτι, δίχως γράμμα.
[24] Ο Βισκαϊκός κόλπος.