"Θα το κάνω ναι θα το κάνω"
Κάθε μεσημέρι, με ήλιο με βροχή ο Αποστόλης της Τηγανούς μαζευόταν στο κονάκι του στο χτήμα δίπλα στο μεγάλο κτήμα του καπετάν Γιάγκου της Μουσουδιάρας. Ανακάτευε τα άχουρα, έστρωνε την χοντρή κουβέρτα και έριχνε ένα παλιοσέντονο. Ότι περίσσευε από το σπίτι. Έτρωγε το φαγάκι του, έπινε νεράκι πηγαδήσιο του κτήματος και αποκοιμιώταν.
Ανάλογα την κούραση ο Αποστόλης. Όταν το κτήμα είχε εργασίες συντηρήσεως ήταν ελαφρύς ο ύπνος. Όταν είχε να παλέψει με τα θεριά. Ζηζάνια, κλαδέματα καρποφορίες ο ύπνος ήταν βαρύς.
Ωστόσο πάντα το ρολόγι του μυαλού του συνταυτίζονταν με του παπά Σταμάτη της Νερουλούς που είχε ένα μικρό ξωκκλησάκι που κάθε απόγευμα λειτουργούσε για τους λίγους κατοίκους που έμειναν εκεί γύρω. Πότε προλάβαινε την καμπάνα πότε αυτή την ξύπναγε. Έκανε τις τευλευταίες δουλειές και γρήγορα για το σπίτι.
Ήταν νοικοκύρης ο Αποστόλης. Χωράφι, σπίτ εκκλησιά. Μια φορά το μήνα, μια Κυριακή με την φαμίλια την μεγάλη στο ψητοπωλείο "Η ΘΕΑ" για να πάνε τα φαρμάκια κάτω. Και βάρδα να μην είχε τίποτα χιόνι ή κατακλυσμό... Οπότε ούτε ψητοπωλείο. Τον επόμενο μήνα...
Ο Αποστόλης μετά της συμβίας του, την Κερασού της Γιώργαινας, που ήταν μπουκιά και συγχώριο είχαν πέντε παιδιά οι αφιλότιμοι. Δύο παιδιά και τρεις μικρές... Και προσέξτε φίλοι μου, σαν η Κερασού πάγαινε στην βρύση ή στου Χασομέρη το μπακάλικο τα βλέματα τα ερωτικά την έλουζαν. Μπουκιά και συγχώριο η αναθεματισμένη. Ζαργάνα να την τρως και να γλύφεις το πράσινο. Κάθε εις ανήρ στο χωριό την ήθελε στο κρεβάτι καταδική του. Όμως αυτή βράχος. Σάμπως τις έλειπε τίποτα; Νοικοκύρης ο Αποστόλης. Κύριος με τα ούλα του. Κάθε Σάββατο αφού έπλαινε τα παιδιά και τις μικρές... και αφού τα έβαζε για ύπνο, ο Αποστόλης ήταν τακτικός στα καθήκοντά του. Νταβραντισμένος ο Αποστόλης. Δεν την άφηνε ποτέ χωρίς να επιβεβαιώσει την σχέση τους... Και η αλήθεια είναι να απορεί κανείς πως είχαν μόνο πέντε...
Κύριος ο Αποστόλης αλλά το μυστικό του το είχε επτασφράγιστο στο κονάκι. Έσουρνε όξω το τρίτο πετρί από τον τοίχο και μέσα εκεί είχε μαζεμένες κάτι οικονομίες που τις είχε φυλαγμένες για τον σκοπό ζωής που είχε.
Όχι δεν ήταν τίποτα για προικιά και τέτοια. Δεν ήταν για λούσα ή για καινούργι τρακτέρ. Αυτό το είχε λουξ. Το έφτιχνε μόνος του. Στην πένα. Ήταν ο πρώτος που το έφερε στην επαρχία. Και τώρα μόνο αυτός έχει και το νοικιάζει σ΄άλλους φίλους με οδηγό αυτόν.
Όλα τα είχε τακτοποιημένα. Οικονομίες στην τράπεζα για τις κοπέλες. Για το χτήμα πάντα είχε κάτι τις για την ανάποδη... Σφικτά αλλά παστρικά. Νοικοκύρηκα.
Αλλά δεν πάει άλλο. Θα πάει στην μεγάλη πόλη. Θα βρει το ερυθρό λαμπιόνι και θα μπουκάρει μέσα. Δεν τον νοιάζει - τρόπος του λέγειν - να δείξει πόσο άντρας είναι. Αλλά να δει ένα μενί και ένα βυζάκι ο δόλιος. Να ποιο είναι το μυστικό του. Και να πεις ότι δεν έρχονταν η συμβία του. Αλλά και αυτή η δόλια πάντα με ένα δυο μικρά... Έλα μου ντε μια φορά μονάχη. Φέρε μου ένα φαγί και κάτσε να σου πω ιστορίες....
Το πήρε απόφαση ο Αποστόλης. Το ανακοίνωσε και στο σπίτι. Θα φύγω για δύο ημέρες στην πόλη. Να πας πασά μου. Με το καλό να έλθεις... Πότε με το καλό; Σε δυό Δευτέρες πω σήμερις.
Την επομένη το βράδυ οι καμπάνες κτυπούσαν λυπητερά. Η γειτονιά έστερξε με προσήκοντα σεβασμό και μοιρολόγησε τον άνθρωπο αυτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
λαλατε