Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό HUMBA. Ευχαριστώ τα παιδιά που με φιλοξενούν στις σελίδες τους. Να είναι καλά...
ΔΎΟ
ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Με λίγα λόγια του Αριστείδη Λάμπρου
Οι νεότεροι, δεν έχετε δει θεάματα τρομερά και φοβερά.
Εμείς μεγαλώσαμε σταματώντας σε πλατείες, όπου ένας εύσωμος μεγαήρωας, ένας
τιτάνας έσκιζε μια ενωμένη τράπουλα στα δύο. Που με την κεφαλή του, έσπαζε
τσιμεντόλιθους. Που έσουρνε οχήματα. Όλα αυτά εντός κύκλου ανθρώπων που είχαν
σταματήσει την εργασία τους και κοίταζαν. Όπου όλοι ζηλεύαμε την μυϊκή τους
δύναμη και ρώμη. Επίσης δεν είδατε νυχτερινές εκδηλώσεις στο γήπεδο της Λ.
Αλεξάνδρας με μυθικά ονόματα παλαιστών σε αιματηρούς αγώνες κατς. Μύθοι, όπως ο
τρομερός Ντι Μπέστια από την Λ. Αμερική… ή ο Καρυστινός… Αλλά σάμπως όταν
περνούσαμε στο Καλλιμάρμαρο έξωθεν του τμήματος που εκγύμναζε αθλητάς ο επικός
Ιακώβου δεν μας έπιανε δέος; Για … να τολμήσεις να περάσεις, τις εποχές
εκείνες, το τμήμα μποξ… Ένας παντοτινός μύθος έλεγε ότι σαν άνοιγες την πόρτα
δεχόσουν μια μπουνιά και σου έσπαζαν την μύτη. Όλα αυτά είχαν μια ανυπέρβλητη
μαγεία. Ένα όνειρο. Κάτι σαν απόνερο ενός γιγάντιου μύθου. Ποιος όμως μύθος
συνόδευε την ζωή μας, ως τα μέσα της δεκαετίας του 90; Πως ξέφτισε ο μύθος
αυτός, μαζί με τον καβαλάρη που κατέβαινε την Βας. Σοφίας επάνω στο λευκό άλογό
του με την φουστανέλα του και την περικεφαλαία; Δεν γνωρίζω τι συνέβη. Ξέρω
όμως ότι ο αρχικός μύθος ήταν ένας. Ο Κουταλιανός. Ο ήρωας ενός λαού που πάλευε
απανταχού της γης, ενάντια σε θεόρατους εχτρούς. Που γύριζε όλα τα κέντρα του
Ελληνισμού, καθώς και σε εξωτικά μέρη και πάλευε τέρατα, τίγρεις, πούμα. Που
βασίλισσες υποτάσσονταν εμπρός στα ατσαλένια χέρια του. Που τα σύγχρονα όπλα, κανόνια κλπ. τα βαστά
σαν τσόφλια από πασατέμπο ενώ ξερνούν φωτιά…
Ο Έλληνας, ο ταξιδευτής. Ο ζυμωμένος με την αλμύρα της
θάλασσας και του ωκεανού. Και που δεν πήγε ο Κουταλιανός. Και τι δεν έζησε…
Εμείς δεν έχουμε ζήσει ούτε μια τρίχα από το επικό μουστάκι του. Ξέρω ότι στα
μάτια σας αυτά που γράφω είναι σαν παραμύθι. Στα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου
του κομπιούτερ αυτά δεν είναι πιστευτά. Αν θα μπορούσα να σας υπνωτίσω με το
μαγικό στυλό μου, που ακτινοβολεί απόκοσμη ενέργεια…. Δεν είμαι όμως απέναντί
σας… Αλλά ανοίξτε την καρδιά, αναπνεύστε “Βουόνας Άιρες” ή “Ρίον Ιανέριον”. Για Λονδίνο,
Παρίσια κλπ. δεν σας λέγω. Αυτά δεν είναι μαγικά. Όμως το να πας στην μακρινή
Μαδγαστάρ, έμπροσθεν του Μπεχλιβάνη γίγαντα Βέρβερο και να τον νικάς πως σας
φαίνεται;
Δεν θα γράψω την ζωή του Κουταλιανού ή δε θα τολμήσω να
γράψω κάτι για τον Κόντογλου. Ντροπή θα ήταν, ιδιαίτερα για τον Κόντογλου. Τι
να πεις για ένα γίγα; Πως να το τολμήσεις; Θα παραθέσω αντ' αυτού, το ιερό
κείμενο του Κόντογλου από την ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΗΧΩ, όπου μιλάει για τον Κουταλιανό ο
ίδιος. Και είμαι βέβαιος ότι αυτό το σπάνιο μαργαριτάρι που ανακάλυψα θα σας
συγκινήσει και έτσι θα αρχίσετε να ψάχνετε στο διαδίκτυο και για τους δύο. Θα
βρείτε λοιπόν μια χαμένη λαμπρή κιβωτό γνώσης. Και σας εκλιπαρώ. Γυρίστε τις
εκκλησιές και απολαύστε Κόντογλου και τις υπέροχες αγιογραφίες του. Και σας το
λέγω γιατί πλέον στις νέες αγιογραφίες χάνεται η παράδοση και πλέον κυριαρχούν
οι δυτικές τεχνοτροπίες με τις προοπτικές τους. Έτσι που μια εικόνα παύει να
είναι εικόνα και γίνεται έργο τέχνης, ζωγραφική. Στον Κόντογλου θα βρείτε έναν
στερνό υπερασπιστή της παράδοσις…
Θα μπορούσα να φλυαρώ αλλά, πως να το κάμω αυτό; Το
αισθάνομαι μεγάλη ντροπή. Ας μιλήσουν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές…
Μια σημείωση. Μπεχλιβάνηδες είναι οι παλαιστές, οι
πρωταθλητές, οι παρουσιαστές επικών παραστάσεων με δυναμικές αθλητικές δράσεις.
Τέλος διατήρησα το γραμματικό στυλ του Κόντογλου. Μακάρι
να ήξερα να δακτυλογραφώ με πολυτονικό. Για να υπάρχει πλήρη αίσθηση του
Κόντογλου…
Σκέφτηκα πολύ τι θα ήταν σωστό. Να προηγηθεί ο
Κόντογλου και μετά να γράψω εγώ αυτά που
έγραψα, ή να προηγηθώ. Το έπαιξα στα ζάρια και κέρδισε το δεύτερο.
Αθλητική ηχώ
18/2/1951
| Η εφημερίδα του 1951 |
Για τον Κουταλιανό ταιριασθήκανε πολλά τραγούδια,
ζωγραφισθήκανε πολλές ζωγραφιές, φτιασθήκανε πολλές ιστορίες, γραφήκανε πολλά
από πολλούς. Μα απ΄ όλα αυτά, το καλύτερο είνε η Ιστορία, της ζωής του, που την
έγραψε με το χέρι του ο ίδιος ο
Κουταλιανός. Μεγάλο απόκτημα είνε για μας αυτό το χειρόγραφο, που το
βρήκε ο Τίμος Μωραίτης και που το εφύλαξε με αγάπη, ξέροντας καλά τι αξίζει.
Δεν έχει μέσα ούτε λόγους κανενός
“ρήτορος”, δηλαδή μπαλόνια κοκκινοπράσινα γεμάτα κούφιον αέρα, ούτε
σοφίες κάποιου που κουβάλησε από αλλού διάφορες ασύστατες θεωρίες για να φωτίση
το έθνος, αλλά απλά λόγια μιας ρωμέικης ψυχής, απροσποίητης και τραχιάς, που
μολαταύτα έχει μέσα της τη βαθειά φλέβα της φυλής της, και που δεν ξέρει ούτε
ρητορικά σχήματα , ούτε εξυπνολογίες. Μ΄ αυτά δεν ατσαλώνουνται τα έθνη, μ΄
αυτές τις νερουλιασμένες σούπες δεν θρέφουνται οι λαοί, αλλά θρέφουνται με το
αίμα του δράκου για να αντρειέψουνε και να βαστάξουνε στις φουρτούνες που τους
δέρνουνε.
Αυτή η φυλλάδα του Κουταλιανού την έχω μπροστά μου, τώρα που γράφω τούτες τις πρόχειρες γραμμές. Γιατί λοιπόν, εγώ που έχω διαβάσει πολλά βιβλία, σπουδαία και τρανά, να είμαι τόσο συγκινημένος μπροστά σ΄ αυτό το χειρόγραφο πούνε γραμμένα από εκείνη τη χερούκλα. Συλλογίζουμαι πως αυτά τα γράμματα, που είνε γραμμένα με τόση προσοχή, σεμνά και χωρίς μεγάλες ουρές και έξυπνες τσίφρες, πως είναι γραμμένα από εκείνη τη χερούκλα που τη φοβηθήκανε οι πιο αντρειωμένοι άνθρωποι της οικουμένης και που με μια γροθιά σκότωνε ένα βόδι, και που ξεκλείδωνε τις μασέλες του λιονταριοιύ σαν νάτανε κανένας σκύλος. Η φυλλάδα αυτή είνε μικρή σαν σύνοψη, και το φαρδύ χέρι που ακουμπούσε επάνω της για να γράψη, θα τη σκέπαζε ολότελα. Και τι απλά και ίσια είναι τα λόγια του! Αυτή η φυλλάδα είνε γεμάτη από ιστορίες λογής λογής, όχι μονάχα για παλαίστρες και αρένες, αλλά και για ανθρώπους της στεριάς και της θάλασσας, για καπετάνιους, για ταξίδια, για χώρες μακρυνές, για λιμάνια, για επεισόδια τιποτένεια, μα που είνε πιό καλά από εκείνα, που γράφουνε οι λογοτέχνες, γιατί είνε αληθινά και αληθινά γραμμένα.
Το χειρόγραφο του
Κουταλιανού ας φυλαχθεί μαζί με την Ιστορία του Γαλαξιδιού, με τα
Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, του Σκουζέ. Του
Κουταλιανού η δύναμη χώνεψε μέσα στο χώμα που θα χωνέψη κάθε σάρκα, είτε
αντρειωμένη είνε, είτε αδύνατη. Το ίδιο και τα κανόνια που έριχνε, τάφαγε και
κείνα η σκουριά, η πλουμισμένη στολή του, που έσφιγγε τη φοβερή κολώνα του
κορμιού του ξέφτυσε και κείνη και χάθηκε, τα παράσημά του λιώσανε. Μα η
κιτρινισμένη φυλλάδα του απόμεινε, αυτό το ψιλό χαρτί άντεξε στο δόντι του
καιρού πιο πολύ από τον αντρειωμένο Ηρακλή κι΄ απ΄ όλα τα σιδερένια εργαλεία
του κι΄ από τα χρυσά παράσημά του. Ας τη φυλάξωμε καλά κι΄ ας την τυπώσουμε για
να τη διαβάζουνε τα παιδιά μας κι΄ οι απλοί άνθρωποι της Ελλάδας. Μ΄ αυτά που
γράφω, ήρθε στο νου μου τούτο το τραγούδι που θαρρείς πως είνε σκαλισμένο σε
κανένα χορταριασμένο αγκωνάρι κειτόμενο σε κάποιο έρημο μέρος :
Τ΄ αντρειωμένου τ΄ άρματα
Δεν πρέπει να πουλιούνται,
Μόν΄ πρέπει τους στην εκκλησιά
Κ΄ εκεί να λειτουργιούνται.
Πρέπει να κρέμουνται ψηλά
Σε πύργον αραχνιασμένο.
Η σκουργιά να τρώγει τ΄άραματα
Κ΄ η γης τον αντρειωμένο.”
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΥΓΛΟΥΣ









.jpg)


